Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Ο Αστραπόγιαννος (1970)

Σκηνοθεσία: Νίκος Τζίμας
Πρωταγωνιστούν: Νίκος Κούρκουλος, Νίκη Τριανταφυλλίδη

Συντάκτης: Καλόγερος

Η μούρη τού Κούρκουλου, γενικά, δεν μου είναι και πολύ αρεστή. Δεν έχω δει άλλες ταινίες του, μόνο αποσπάσματα και υποθέσεις, αλλά είμαι σίγουρος πως παίζει παντού ρόλους του ίδιου στυλ, μακάρι να είχα δει κι άλλες ταινίες να υποστηρίξω τη δήλωσή μου, όμως αυτό δεν νομίζω να συμβεί ποτέ, αφού δεν θα βάλω εύκολα να δω ταινία που πρωταγωνιστεί. Παρόλα αυτά, αυτό δεν είναι το πρόβλημά μου με τον Αστραπόγιαννο... Η ταινία βασίζεται σε πραγματικό πρόσωπο, τον Γιάννο "Αστραπόγιαννο", αλλά απλώς βασίζεται, δεν είναι η πραγματική ιστορία του Αστραπόγιαννου, την οποία κάποιος μπορεί να ψάξει και να διαβάσει εάν ενδιαφέρεται.

Στην ταινία ο Αστραπόγιαννος, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, επιστρέφει στο χωριό του για να ξεκινήσει μία νέα ζωή, αλλά αντιλαμβάνεται πως η ζωή των συγχωριανών του δεν έχει αλλάξει, αφού ένας τσιφλικάς τους έχει πάρει τη γη, τους βάζει να δουλεύουν και τα λεφτά που τους δίνει δεν φτάνουν για να ζήσουν αξιοπρεπώς. Συνεπώς, αρχίζει μία σύγκρουση μεταξύ του τσιφλικά και του Αστραπόγιαννου, με τον τελευταίο να επιστρέφει στα βουνά με σκοπό να αποδώσει δικαιοσύνη.

Σέβομαι το ότι η κεντρική ιδέα είναι να δοθεί μία εικόνα της πραγματικότητας εκείνης της εποχής, όπου οι άνθρωποι υπέφεραν από μεγαλογαιοκτήμονες (τσιφλικάδες), που τους είχαν πάρει τη γη και τους εκμεταλλεύονταν αφήνοντάς τους να ζουν στην εξαθλίωση. Η υπόθεση είναι παρόμοια με πολλά γουέστερν, γι' αυτό και συμπεριλαμβάνω την ταινία στα "φασολάδα γουέστερν" (χωρίς, εννοείται, να το λέω υποτιμητικά).

Ο "Αστραπόγιαννος", όμως, έχει αφενός τον Νίκο Κούρκουλο, ο οποίος δεν είναι ιδιαίτερα πειστικός στον ρόλο του και αφετέρου οι σκηνές που υποτίθεται πως έχουν ένταση σε κάνουν απλώς να χασμουριέσαι, επειδή δεν βρίσκεται ακριβώς κάποιο νόημα σε όσα γίνονται. Η ταινία, επίσης, έχει έντονο και το ρομαντικό στοιχείο, το οποίο εμένα προσωπικά με απωθεί και το χειρότερο είναι πως καθορίζει πολλά πράγματα στην εξέλιξη της υπόθεσης, τα οποία δείχνουν παράλογα, όπως και πολλές φορές, γενικά, φαίνεται να μην υπάρχει μία λογική συνέχεια στα συμβάντα. Πρόσωπα μπαίνουν από το πουθενά και αποφασίζουν τι θα γίνει στη συνέχεια, γι' αυτό και δεν είναι πειστικά όσα γίνονται.

Εν κατακλείδι, η ταινία βλέπεται, δεν είναι για πέταμα, μόνο αν την αγοράζατε θα ήταν πεταμένα λεφτά. Αν ήταν κάποιος καλός στη θέση τού Κούρκουλου, τότε θα ήταν κάπως ανώτερη.

Βαθμολογία: 6/10

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Το δικό μας Cinefil

Μετά από ανοιχτή πρόσκληση του Cinefil, ενός θεματικού μπλογκ για τον κινηματογράφο, όπως και το δικό μας, παραθέτουμε τις απαντήσεις μας σε ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με ηθοποιούς, σκηνοθέτες και, βεβαίως, ταινίες.

Η λίστα του Καλόγερου:

Αγαπημένος ξένος ηθοποιός: 
Al Pacino
Αγαπημένος Έλληνας ηθοποιός: 
Φραγκίσκος Μανέλλης
Αγαπημένη ξένη ηθοποιός: 
Marilyn Monroe
Αγαπημένη Ελληνίδα ηθοποιός:
(Δεν έχω προς το παρόν)
Αγαπημένος ξένος σκηνοθέτης: 
Alfred Hitchcock
Αγαπημένος Έλληνας σκηνοθέτης: 
(Δεν έχω προς το παρόν)
Ποιον ρόλο θα ήθελα να υποδυθώ και από ποια ταινία: 
The man with no name από την τριλογία τού Sergio Leone (Για μια χούφτα δολάρια, Μονομαχία στο Ελ Πάσο, Ο καλός, ο κακός κι ο άσχημος).
Ταινία που επιθυμώ πολύ να δω και δεν το έχω καταφέρει: 
The Mercenary (1968)
Ταινία κινουμένων σχεδίων που θέλω να δω: 
Robin Hood (1973)
Ταινία που έχω... λιώσει: 
Scarface (1983)

 Η λίστα του Thodoris KL:

Αγαπημένος ξένος ηθοποιός:
Vincent Price
Αγαπημένος Έλληνας ηθοποιός:
Σωτήρης Μουστάκας
Αγαπημένη ξένη ηθοποιός:
Kathy Bates
Αγαπημένη Ελληνίδα ηθοποιός:
Μαίρη Αρώνη
Αγαπημένος ξένος σκηνοθέτης:
Alfred Hitchcock
Αγαπημένος Έλληνας σκηνοθέτης:
Γιώργος Τζαβέλας
Ποιον ρόλο θα ήθελα να υποδυθώ και από ποια ταινία:
Του Dr. Young από το «Deep Throat» \m/
Ταινία που επιθυμώ πολύ να δω και δεν το έχω καταφέρει:
The Gold Rush / Ο Χρυσοθήρας (1925)
Ταινία κινουμένων σχεδίων που θέλω να δω:
Persepolis (2007)
Ταινία που έχω... λιώσει:
Night of the Living Dead (1968)

Η λίστα του Aldark

Αγαπημένος ξένος ηθοποιός:
Al Pacino + Robert De Niro
Αγαπημένος Έλληνας ηθοποιός:
Ντίνος Ηλιόπουλος
Αγαπημένη ξένη ηθοποιός:
(Δεν έχω προς το παρόν)
Αγαπημένη Ελληνίδα ηθοποιός:
Τζένη Καρέζη
Αγαπημένος ξένος σκηνοθέτης:
Martin Scorsese
Αγαπημένος Έλληνας σκηνοθέτης:
Αλέκος Σακελλάριος
Ποιον ρόλο θα ήθελα να υποδυθώ και από ποια ταινία:
Nicky Santoro (Joe Pesci στο Casino (1995))
Ταινία που επιθυμώ πολύ να δω και δεν το έχω καταφέρει:
Novecento (1976)
Ταινία κινουμένων σχεδίων που θέλω να δω:
Έχω δει τόσες... Αλλά το Tangled (2010) όχι ακόμα!
Ταινία που έχω... λιώσει:
Scarface (1983) + American Beauty (1999)

Η Μεγάλη Μονομαχία / The Grand Duel (1972)

Σκηνοθέτης: Giancarlo Santi
Πρωταγωνιστούν: Lee Van Cleef, Alberto Dentice

Συντάκτης: Καλόγερος

Ο Lee Van Cleef έχει αφήσει εποχή στα σπαγγέτι γουέστερν και όχι τυχαία. "Η Μεγάλη Μονομαχία" οπωσδήποτε δεν είναι η καλύτερη ταινία του, αλλά δεν παύει να είναι απολαυστικός όταν κρατάει εξάσφαιρο περίστροφο και στο στόμα έχει την πίπα του ή πούρο. Σπουδαίο ηθοποιό δεν τον θεωρώ, αλλά σε αυτό το είδος είναι άψογος και από τους λίγους που το κάνουν τόσο καλά. Γνωστός είναι κυρίως από το "Ο Καλός, ο Κακός κι ο Άσχημος", όπου έπαιζε τον Αγγελομάτη, ή αλλιώς "Κακό". Στη "Μεγάλη Μονομαχία", ωστόσο, ο ρόλος του είναι πιο "ρομαντικός", αφού υποδύεται έναν πρώην σερίφη που σώζει έναν νεαρό καταζητούμενο από τα δόντια των κυνηγών επικηρυγμένων, για άγνωστη αιτία.

Ενώ όταν τελείωσε την ταινία είχα την εντύπωση πως είδα ένα ακόμα τυπικό γουέστερν, όπου ξεχωρίζει ο Lee Van Cleef, η υπόθεση δεν είναι τόσο τυπική. Η ταινία προσπαθεί να ενσωματώσει μία πλοκή και ατμόσφαιρα που τείνουν σε "μυστηρίου" σε ένα παραδοσιακό γουέστερν με μονομαχίες και πολύ μπαμ-μπουμ. Το μπαμ-μπουμ είναι πετυχημένο, αλλά η υπόθεση δεν σε κρατάει σε αγωνία. Αντί για αυτό, σε αφήνει με ένα ερωτηματικό στο κεφάλι μέχρι να απαντηθεί το ερώτημα. Ο σκηνοθέτης δεν έχει την κατάλληλη δεξιοτεχνία για να σε κάνει να θέλεις πραγματικά τη συνέχεια. Αν το κατάφερνε αυτό, τότε η ταινία δεν θα έκανε μόνο για τους γουέστερν φαν, αλλά και άλλοι θα μπορούσαν να την δουν ευχάριστα.

Οι κακοί της ταινίας είναι τρία αδέρφια, ένας μαλάκας σερίφης, ένας μαλάκας κι ένας ισχυρός μαλάκας. Ο "μαλάκας σκέτο" δείχνει να προσπαθεί να κάνει μία αξέχαστη ερμηνεία, αλλά δεν το καταφέρνει. Ίσως αξέχαστη να μας μείνει η ασχήμια του. Κάτι είναι κι αυτό.

Και φτάνω σε άλλο έναν επίλογο γουέστερν, όπου πρέπει να παραδεχτώ με βαριά καρδιά πως αυτή η ταινία θα αρέσει μόνο σε φαν των γουέστερν, όχι σε άσχετους με το είδος. Και οι γούεστερν φαν, βέβαια, δεν νομίζω να ενθουσιαστούν, αφού ούτε εγώ ενθουσιάστηκα, απλώς είναι Lee Van Cleef και ταινίες που πρωταγωνιστεί δεν πρέπει να περνούν απαρατήρητες.

Βαθμολογία: 7/10

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Το Πέταγμα του Κύκνου / The Flight of the Swan (2011)

Σκηνοθεσία: Nίκος Τζίμας
Πρωταγωνιστούν: James D'Arcy, Alicia Witt, Colm Meaney

Συντάκτης: Thodoris KL

Σαν φοιτητής στο Πολυτεχνείο, ο Αλέξης είναι επαναστάτης, παθιασμένος με τη ζωή, τη φύση, τον έρωτα. Στην πορεία της ζωής του όμως, καταλήγει να γίνει ένα ακόμη «golden boy» μιας πολυεθνικής εταιρίας, ένα γρανάζι στο μηχανισμό που πολεμούσε στο παρελθόν. Έτσι, παρασυρμένος από την επιτυχία, αφήνει πίσω του αξίες, φίλους και την ίδια του την οικογένεια. Η ζωή του παίρνει τραγική τροπή όταν η απληστία μιας κοινοπραξίας πολυεθνικών, ανάμεσά τους και η εταιρεία που διευθύνει ο ίδιος, είναι η αιτία για μια μεγάλη οικολογική καταστροφή, με πολλά ανθρώπινα θύματα που τον ξυπνάνε από τη μεγάλη αυταπάτη. Συνταράσσεται, αντιδρά, και πολύ γρήγορα έρχεται αντιμέτωπος με τα μεγάλα συμφέροντα. Θέλει να ξαναβρεί όλα όσα έχασε, τη ζωή του...
Κι ενώ τριγύρω του εξελίσσεται ένα θρίλερ για την απόδοση ευθυνών, ο Αλέξης νοιώθει παγιδευμένος και σύντομα οδηγείται σε μια αδυσώπητη σύγκρουση.
Μέσα από μια κόλαση πειρασμών και καταπάτησης αξιών θα βρεθεί και πάλι στο πλευρό της ηθικής απ’ όπου θα αρχίσει την ζωή του με μηδενισμένο το κοντέρ. Η υπόθεση της ταινίας είναι αποκαλυπτική για το σήμερα και τη βάρβαρη πραγματικότητα που διαμορφώνουν οι πολυεθνικές.

Δεν ξέρω τι λέτε εσείς, εμένα πάντως μου άρεσε η τελευταία ταινία του Νίκου Τζίμα. Δεν διαφωνώ βέβαια με τις κακές κριτικές. Ναι η σκηνοθεσία της ταινίας ήταν μέτρια, ειδικά για έναν άνθρωπο όπως ο Νίκος Τζίμας που πάντα ήταν πολυ επιλεκτικός στις δημιουργίες του (είχε να γυρίσει ταινία από το 1984 και τα «Χρόνια της Θύελλας» ). Ναι το σενάριο ήταν απλοϊκό, γραφικό αν θέλετε, τίγκα στα κλισέ, με διάλογους που θύμιζαν Φώσκολο. Τα ειδικά εφφέ κάκιστα ακόμα και για ταινία του '80, το ντουμπλάρισμα αχρείαστο και αστείο και οι ερμηνείες, αν εξαιρέσουμε τον πρωταγωνιστή που προσπαθεί όσο μπορεί και κάνα δυο τρεις ακόμη, κάτω του μετρίου. Το Ελληνικό στοιχείο υπάρχει έντονο στην ταινία και αυτό για εμένα είναι θετικό, δεδομένου ότι πρόκειται για διεθνή παραγωγή, αλλά σε μερικά σημεία μάλλον το παρακάνει λίγο και καταντάει σαν διαφήμιση για τουριστικό γραφείο. Ουζάκια, συρτάκια, βόλτες στην Ακρόπολη, σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία και δυο μεθύστακες που ρίχνουν ζεϊμπεκιές νυχτιάτικα γύρω από μια φωτιά στην παραλία. Το κερασάκι στην τούρτα όμως είναι η επέλαση γνωστών Ελλήνων ηθοποιών, όλοι σε δευτεροτρίτους ρόλους με άσχημο ντουμπλάρισμα στα Αγγλικά, μάλλον για λόγους διαφήμισης και στη χώρα μας. Ένας από αυτούς είναι και ο Θανάσης Βέγγος, στην τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση. Φήμες λένε πως δούλεψε αφιλοκερδώς για την ταινία, αλλά δυστυχώς η εμφάνισή του διαρκεί μονάχα μερικά λεπτά και ανοίγει το στόμα του μόνο για να γελάσει με τον τόσο χαρακτηριστικό τρόπο του (ή μάλλον ευτυχώς, όσο σκέφτομαι πως μπορεί να τον ντουμπλάρανε κι αυτόν με καμιά περίεργη Αγγλική φωνή λέω καλύτερα έτσι). Παρεμπιπτοντως, αυτό με το κακό Αγγλικό ντουμπλάρισμα το είχε και στον «Άνθρωπο με το Γαρύφαλλο» πριν από 30 χρόνια.

Όλα τα παραπάνω που γράφτηκαν κατά καιρούς για το «Πέταγμα του Κύκνου» ισχύουν, δεν αντιλέγω. Οπότε πολύ εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος: Tι ήταν αυτό που σου άρεσε στην ταινια ; Καταρχας να ξεκαθαρίσω πως δεν θεωρώ απαραίτητα κακό για μία ταινία τις κακές ερμηνείες, το τραβηγμένο σενάριο, τους πομπώδεις διαλόγους κτλ. Για την ακρίβεια οι αγαπημένες μου ταινίες τα έχουν όλα αυτά. Αυτού του είδους τις ταινίες, με τα λάθη τους, τις ατέλειες τους και τα σχετικά τις βρίσκω καλύτερες και πιο διασκεδαστικές από αποστειρωμένες κουλτούρες και αψεγάδιαστα blockbusters του Hollywood. H ταινία του Νίκου Τζίμα σε πολλά σημεία προκαλεί άφθονο γέλιο και το γεγονός πως αυτό δεν ήταν στις προθέσεις του σκηνοθέτη την κάνει ακόμα πιο cult. Γιατί σκηνοθετικά τουλάχιστον περί αυτού πρόκειται, για ένα b-movie πολυτελείας, άσχετα αν πήγαν κάποιοι να μας την πλασσάρουν σαν διεθνή υπερπαραγωγή με διάσημους ηθοποιούς του εξωτερικού κτλ. Και επαναλαμβάνω πως ό,τι λέω δεν το λέω για κακό. Βέβαια είναι στη μέση και το σχετικά μεγάλο μπάτζετ. Αν μιλάγαμε για μια ταινία χαμηλού προϋπολογισμού με φοιτητές υποκριτικής για ηθοποιούς, όλα αυτά θα φαινόντουσαν αμελητέα. Αλλά τώρα τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Παρόλα αυτά θεωρώ πως προσφέρει άφθονη τίμια και αγνή ψυχαγωγία στις σχεδόν δύο ώρες που διαρκεί. Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αυτό είναι κάτι το κατακριτέο, ούτε γιατί βάση αυτού χαντακώθηκε από σημαντική μερίδα του κοινού και των κριτικών. Μάλλον όλοι αυτοί προτιμούν τις ταινίες των υπόλοιπων σκηνοθετών της γενιάς του κ.Τζίμα, που στα πρώτα 5' της προβολής σε έπαιρνε κι ο ύπνος...

Κάπου εδώ όμως τα αστεία τελειώνουν. Γιατί πέρα από τον χαβαλέ, την δράση και τις όποιες τεχνικές ατέλειες της ταινίας υπάρχει και το σοβαρό θέμα που πραγματεύεται (έστω και με γραφικό τρόπο) και σε αυτό πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας. Χωρίς ίχνος κρυμμένων συμβολισμών, αλλά με κυνισμό ο σκηνοθέτης κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και περνάει το αντικαπιταλιστικό του μήνυμα. Σου λέει ποιοί είναι αυτοί που ελέγχουν τον κόσμο σήμερα, αυτοί που κινούν τα νήματα, καταστρέφουν την φύση και πλουτίζουν εις βάρος των λαών. Μιλάει για αξίες και ιδανικά που έχουν χαθεί στην σημερινή εφιαλτική κοινωνική πραγματικότητα. Πολυεθνικές εταιρείες, τράπεζες, κυβερνώντες και τα τσιράκια τους μυστικές υπηρεσίες, δικαστικοί, μέσα μαζικής ενημέρωσης, ένα σύμπλεγμα που μπροστά στο προσωπικό κέρδος δεν διστάζει πουθενά και αν θες να γίνεις μέρος του πρέπει να θυσιάσεις στον βωμό της καταξίωσης και του χρήματος την ίδια σου την ψυχή. Και μέσα σε όλα αυτά φροντίζουν να διατηρούν στον άνθρωπο την ψευδαίσθηση πως με ατομικό τρόπο και τους απαραίτητους συμβιβασμούς μπορεί πραγματικά να ευτυχήσει, κάτι που η ταινία διαψεύδει.

Όλα αυτά λοιπόν και πολλά ακόμη πραγματεύεται το «Πέταγμα του Κύκνου». Θέματα σοβαρότατα που θα έπρεπε να απασχολούν τον καθένα από εμάς, αλλά ο σημερινός τρόπος ζωής δεν μας επιτρέπει να δούμε. Χαίρομαι πραγματικά που ένας Έλληνας σκηνοθέτης αποφάσισε μέσα από την ταινία του να αναλύσει τον τρόπο που δουλεύει το σύστημα, σε μια εποχή που ο εμπορικός κινηματογράφος προσπαθεί να καλύψει την έλλειψη περιεχομένου με το εντυπωσιακό της μορφής. Και πριν πείτε πως όλα αυτά κάπου τα έχουμε ξαναδεί, να σας θυμίσω πως οι περισσότερες ταινίες που μιλάνε για «αφύπνιση» και κάνουν επιτυχία σήμερα έχουν να κάνουν με μασόνους, illuminati, σκοτεινές δυνάμεις και λοιπές συνομωσιολογίες. Η Νέα Τάξη Πραγμάτων για τον Νίκο Τζίμα (αν και δεν είναι τόσο νέα, απλά τόσα χρόνια κάναμε πως δεν την βλέπαμε) δεν είναι ένας δαίμονας που ήρθε από το υπερπέραν αλλά κάτι 100% υπαρκτό. Ο καπιταλισμός και το κεφάλαιο στην σημερινή υπερεθνική ιμπεριαλιστική τους μορφή. Καμία αλήθεια που μας κρύβουν λοιπόν, μόνο αλήθεια που δεν την ψάχνουμε γιατί έχουμε αλλοτριωθεί. Yπήρξαν βέβαια στο παρελθόν και κάποιες εξαιρέσεις ταινιών που κάνανε κριτική στον καπιταλισμό, αλλά έμεναν απλά στην κριτική, όλες είχαν το ίδιο απαισιόδοξο μήνυμα στο φινάλε. Σαν να σου λένε πως ισχύουν όλα αυτά, αλλά έτσι είναι ο κόσμος και εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να τον αλλάξεις. Ό,τι πιο βολικό για το σύστημα με δυο λόγια. Εδώ όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Παρά την τραγική κατάληξη του πρωταγωνιστή, ο σκηνοθέτης είναι συγκρατημένα αισιόδοξος και προτάσει μια ηθική αντίσταση στα σημεία των καιρών. Δεν μιλάει για κάποια δυστοπία στο μακρυνό μέλλον, που όταν κάποια στιγμή θα έρθει τότε θα αποφασίσουμε να αντισταθούμε. Σου λέει πως τα πράγματα σήμερα θυμίζουν Οργουελικό εφιάλτη και θέλει κότσια για να διατηρήσεις τις αξίες σου, παρόλα αυτά αν θέλουμε όλοι μαζί μπορούμε να ανατρέψουμε όλο αυτό το σύστημα που ζει εις βάρος μας. Πρώτο μέλημα μας όμως πρέπει να είναι η αφύπνιση και η προσωπική επανάσταση. Να πιστέψουμε στην δύναμη που έχουμε σαν άνθρωποι και να ξαναβρούμε τον πραγματικό μας εαυτό μέσα στην φύση. 

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα οικολογικό θρίλερ και ταυτόχρονα για ένα ανθρώπινο δράμα, που έχει τις ατέλειες του, αλλά θα ήταν μεμψιμοιρία να σταθούμε σε αυτές και να μην δούμε την ουσία των πραγμάτων. Σύμφωνα με δηλώσεις του ο Νίκος Τζίμας, είχε την συγκεκριμένη ιδέα από την δεκαετία του '80, αλλά δεν τόλμησε να την γυρίσει γιατί δεν ήθελε να πάρει λεφτά από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, από το υπουργείο Πολιτισμού, την ΕΡΤ ή κάποιον μεγαλοπαράγοντα. Προτίμησε να την γυρίσει όταν ήρθε η ώρα της, ανεξάρτητα, χωρίς τα λεφτά του Ελληνικού λαού και χωρίς τις παρεμβάσεις που μπορεί να έκαναν στο σενάριο οι παραπάνω φορείς. Ίσως βέβαια να είχε άλλη καλλιτεχνική αξία αν την γύριζε τότε που ήταν και στην ακμή του σαν σκηνοθέτης. Αλλά από την άλλη, μάλλον τώρα ήταν η κατάλληλη εποχή γιατί το έργο του, αν και με διαχρονικό μήνυμα, σήμερα φαντάζει πιο επίκαιρο από ποτέ. Για αυτό και μόνο τον λόγο για εμένα του αξίζουν συγχαρητήρια!

Βαθμολογία: 7/10

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Η Αιχμάλωτος της Ερήμου / The Searchers (1956)

Σκηνοθεσία: John Ford
Πρωταγωνιστούν: John Wayne, Jeffrey Hunter, Vera Miles, Ward Bond

Συντάκτης: Καλόγερος

Για τον John Wayne συνήθως δεν χρειάζονται συστάσεις μιας και είναι θρύλος στο είδος των γουέστερν και όποιος ξέρει από γουέστερν ξέρει και από John Wayne, αφού άλλωστε η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών του είναι γουέστερν και έχει κάνει πολλές ταινίες. Εγώ δεν τον έχω σαν θεό του κινηματογράφου, όπως πολλοί, και μάλιστα δεν τον θεωρώ καν από τους καλύτερος, αλλά λίγες είναι οι ταινίες που έχω δει με αυτόν. Η αλήθεια είναι πως έχει ένα στυλ, σου δίνει την εντύπωση μιας ηγετικής μορφής, ένας γενναίος άντρας, δυνατός, ατρόμητος... σκληρό καρύδι, που λέμε. Όλα του τα γουέστερν, όμως, είναι αμερικάνικα και εγώ τα αμερικάνικα δεν τα πολυ-συμπαθώ. Αλλά "Η Αιχμάλωτος της Ερήμου" ήταν μία ευχάριστη έκπληξη.

Ο John Wayne υποδύεται έναν σκληροτράχηλο βετεράνο τού Εμφυλίου πολέμου, ο οποίος ψάχνει να βρει τις ανιψιές του που απήχθησαν από Ινδιάνους. Μιας και μιλήσαμε για Ινδιάνους, ο ρόλος των Ινδιάνων στα αμερικάνικα γουέστερν είναι ένας από τους λόγους που με κάνει να μη τα βλέπω με καλό μάτι, αφού πάντα τους παρουσιάζουν ως κακούς και τους βάζουν να επιτίθενται χωρίς προφανή λόγο σε όποιον βρουν μπροστά τους. Και, βεβαίως, μπροστά τους πάντα τυγχάνει να βρίσκονται καλοπροαίρετοι Αμερικάνοι πολίτες. Γενικά, θα συναντήσει κανείς αρκετά προπαγανδιστικά μηνύματα σε τέτοια γουέστερν. Τέλος πάντων.

Ο ρόλος τού Ethan Edwards είναι κομμένος και ραμμένος στα (σχεδόν) 2 μέτρα τού John Wayne, με την παρουσία τού "πιτσιρικά" Jeffrey Hunter να κάνει την όλη ατμόσφαιρα της ταινίας πιο ευχάριστη και απολαυστική. Σε αυτό συμβάλει και η κωμικο-δραματική σχέση του με την Vera Miles. Δεν είναι ένα απλό γουέστερν, αλλά μία περιπέτεια με σκοπό τη διάσωση δυο κοριτσιών που όσο προχωράει αποκτά περισσότερη αγωνία και ενδιαφέρον. Δεν είναι κανένα αριστούργημα (ούτε καν πλησιάζει), αλλά ανώτερο από άλλα γουέστερν, χωρίς να ευθύνεται γι αυτό η παρουσία τού John Wayne, ο οποίος δεν έχει και πολλές επιλογές όταν είναι να υποδυθεί κάποιον κινηματογραφικό χαρακτήρα, αφού δεν ξέρει να κάνει κάτι άλλο. Συγχαρητήρια πρέπει να δοθούν κυρίως στον σκηνοθέτη και στον συγγραφέα του βιβλίου, το οποίο ενέπνευσε την ταινία. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, όλοι καλή δουλειά έκαναν.

Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Ο Εφιάλτης του Προέδρου / Dreamscape (1984)

Σκηνοθεσία: Joseph Ruben
Πρωταγωνιστούν: Dennis Quaid, Max Von Sydow, Christopher Plummer, David Patrick Kelly

Συντάκτης: Thodoris KL

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ βασανίζεται από φρικτούς εφιάλτες που έχουν να κάνουν με κάποιο πυρηνικό ολοκαύτωμα. Πιστεύει πως η αιτία για αυτούς είναι η ευθύνη που έχει απέναντι στους πολίτες της χώρας του και όλου του πλανήτη που αγωνιούν απέναντι στον κίνδυνο μιας επικείμενης πυρηνικής σύρραξης. Αποφασίζει λοιπόν να συνθηκολογήσει με τους Σοβιετικούς και να δώσει ένα τέλος σε όλα αυτά. Την ίδια ώρα, οι στενοί του συνεργάτες στην κυβέρνηση δουλεύουν πάνω σε ένα πρόγραμμα που επιτρέπει σε άτομα με ψυχικές ικανότητες να μπαίνουν στο υποσυνείδητο ατόμων που υποφέρουν από εφιάλτες και να τα βοηθάνε να τους ξεπεράσουν. Του προτείνουν να πάρει μέρος σε αυτό για να τον βοηθήσουν να ανακουφιστεί. Αυτό που δεν ξέρει είναι πως δεν θέλουν με τίποτα να αποσύρει η χώρα τα πυρηνικά και έχουν αρχίσει να τον θεωρούν εθνική απειλή, οπότε σκοπεύουν να τον βγάλουν από τη μέση, σκοτώνωντάς τον μέσα από τα όνειρά του.

Θρίλερ επιστημονικής φαντασίας περισσότερο και λιγότερο τρόμου, κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά με το «Nightmare on the Elm str.» και πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως ο Craven επηρεάστηκε από αυτό. Προσωπικά δεν συμφωνώ καθώς ο Craven είχε έτοιμο το σενάριο και έψαχνε εταιρεία παραγωγής από το 1981, παρόλα αυτά οι συμπτώσεις είναι αρκετές. Έχουν παρόμοια ιστορία (άνθρωποι που πεθαίνουν στα όνειρά τους) κι έναν δολοφόνο που σε μια σκηνή εμφανίζει μεταλλικά νύχια, κάτι σαν τις λεπίδες του Κρούγκερ. Οι διαφορές βέβαια είναι πολλές κι έτσι το κάθε έργο μπορεί να σταθεί από μόνο του. Εδώ έχουμε κυβερνητικά πειράματα, πυρηνικά, τηλεκινητικούς, μυστικές υπηρεσίες που προσπαθούν να αποσπάσουν μυστικά μέσα από τα όνειρα των πολιτικών αντιπάλων τους και άφθονο κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό, πράγματα που ταιριάζουν περισσότερο σε πολιτικό θρίλερ παρά σε ένα καθαρόαιμο έργο τρόμου όπως ήταν ο «Εφιάλτης». 

Η ταινία σκιαγραφεί άψογα το ψυχροπολεμικό κλίμα και την παράνοια του κόσμου εκείνης της εποχής απέναντι στον πυρηνικό όλεθρο. Συνδυάζει με πολύ όμορφο τρόπο τον τρόμο με την επιστημονική φαντασία, την δράση και το πολιτικό θρίλερ ενώ από την αρχή μέχρι το τέλος το διακρίνει μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ έτσι ώστε να μην γίνεται ποτέ ιδιαίτερα βαρύ. Με μία πραγματικά πρωτότυπη και έξυπνη για την εποχή της βασική ιδεα (αν εξαιρέσουμε την αντιεπιστημονικότητα του σεναρίου) επηρέασε πολλά μεταγενέστερα blockbusters όπως τα «Matrix», «the Cell» και «Inception». Σκηνοθέτης της ταινίας ο Joseph Ruben («Stepfather», «the Good Son», «Sleeping with the Enemy») και σεναριογράφος ο ίδιος μαζί με τον Chuck Russel και τον David Loughery, ελαφρά επηρεασμένοι από τη νουβέλλα του Roger Zelazny «The Dream Master». Στα θετικά να προσθέσουμε και το εξαιρετικό καστ με τους Max Von Sydow και Christopher Plummer σε βασικούς ρόλους, ενώ οι Dennis Quaid και David Patrick Kelly (Warriors, come out and playyyy...) είναι πολύ καλοί στους ρόλους του καλού και κακού ονειρομάντη αντίστοιχα. Από την άλλη, αν υπάρχει κάτι το αρνητικό σε όλη την εικόνα είναι μάλλον τα ξεπερασμένα πλέον ειδικά εφφέ, όπως και το ότι στο σύνολό της θυμίζει τηλεταινία. Δεν λέω καλός ο Ruben, αλλά στα χέρια κάποιου πιο έμπειρου σκηνοθέτη ίσως τώρα να μιλάγαμε για αριστούργημα. Ένα ξεχασμένο διαμαντάκι που κατά την ταπεινή μου άποψη χρειάζεται ένα καλό remake (Hollywood ακούει; ). Παρόλα αυτά, αν είστε φανς του sci-fi/horror κινηματογράφου της δεκαετίας του '80 πιστεύω πως θα μείνετε ικανοποιημένοι και με το παραπάνω.

Βαθμολογία: 7/10 

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Το Ξύπνημα των Θρύλων / Urban Legend (1998)

Σκηνοθεσία: Jamie Blanks
Πρωταγωνιστούν: Jared Leto, Alicia Witt, Rebecca Gayheart, Tara Reid

Συντάκτης: Thodoris KL

To υποείδος των σλάσερς πρωτοεμφανίστηκε δειλά δειλά στις ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του '70, αν και ήταν φανερά επηρεασμένο από τα Ιταλικά gialli και κυρίως από αυτά του Mario Bava. Το πρώτο καθαρόαιμο σλάσερ όμως, όπως τα έχουμε πάνω κάτω στο μυαλό μας, ήρθε από τον Καναδά και ήταν το «Black Christmas» (1974) του Bob Clark, που δυστυχώς δεν βρήκε κινηματογραφική διανομή μέχρι το 1978 και την εμφάνιση του «Halloween» του John Carpenter, μια ταινία επηρεασμένη από το «Black Christmas» αλλά τελικά αυτή που με την επιτυχία της έθεσε τους κανόνες του είδους. Τα σλάσερς γίνανε mainstream την δεκαετία του 80 με ταινίες όπως το «Friday the 13th» (1980) και «A Nightmare on the Elm Street» (1984) και οι φθηνές αντιγραφές κυκλοφορούσαν άνα δεκάδες. Μέχρι τις αρχές των 90's το είδος είχε καταπιεί τον εαυτό του και δεν είχε πλέον κάτι καινούριο να προσφέρει. Όλα αυτά μέχρι το 1996 όταν ο Wes Craven πέτυχε φλέβα χρυσού, χάρις και στο ευφυέστατο σενάριο του Kevin Williamson. To «Scream» μπορεί σαν θρίλερ να μην είχε κάτι το ιδιαίτερο, αλλά το ενδιαφέρον με αυτό ήταν πως με ένα έντονο αυτοπαρωδιακό ύφος, ανανέωνε τις συμβάσεις του είδους μέσα από την υπερχρησιμοποίηση τους. Η ιδέα φαίνεται άρεσε στις νεότερες γενιές των σινεφίλ, η ταινία έσπασε ταμεία και έσβησε από τον χάρτη τις φθηνιάρικες παραγωγές του παρελθόντος. Αυτές όμως δεν εξαφανίστηκαν εντελώς. Μεταλάχθηκαν και πήραν ένα ύφος πιο νεανικό, στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των θεατών της εποχής. Κι έτσι δεκάδες κλώνοι του «Scream» άρχισαν να ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια. Όσοι ήταν έφηβοι την δεκαετία του 90 θα θυμούνται καλά αυτή την κατηγορία ταινιών, άλλοι με νοσταλγία κι άλλοι με απέχθεια. Προσωπικά θεωρώ εκείνη την περίοδο σαν την χειρότερη για τη σκηνή του τρόμου. Οι δημιουργοί τους, υπάλληλοι μεγάλων στούντιο του Hollywood ως επί των πλείστων, απευθυνόντουσαν περισσότερο στην γενιά που μεγάλωνε με Britney Spears και «American Pie» παρά στους παραδοσιακούς σλασεράδες και σπλατεράδες των 70's και 80's που είχαν πλέον καταντήσει γραφικοί. Παρόλα αυτά, στα γενικότερα πλαίσια των ταινιών τρόμου της εποχής κι όχι αποκλειστικά στα σλάσερς, υπήρχαν και κάποια φιλμς που ξεχώριζαν από τον σωρό, είτε γιατί διέθεταν κάποιες έξυπνες ιδέες, είτε γιατί αν δεν τα έπαιρνες και πολύ στα σοβαρά μπορούσες να περάσεις ένα ανάλαφρο δίωρο με την παρέα σου. Πρώτο και καλύτερο το κλασικό «Scream» με τις συνέχειες του, που νομίζω πως παίζουν εκτός συναγωνισμού. Ακολουθεί το παρωχημένο σε σύλληψη, αλλά πιασάρικο «I Know What You Did Last Summer» και το «Final Destination» μια ταινία φτιαγμένη αποκλειστικά για mainstream κοινό, που όμως ήταν βασισμένη σε μια πανέξυπνη και πρωτότυπη σεναριακή ιδέα (καθόλου τυχαίο το γεγονός πως αρχικά προοριζόταν για επεισόδιο των X-Files). Σε κάπως καλύτερα επίπεδα από τα δύο προηγούμενα ήταν το «Faculty» του Robert Rodriguez, μία μοντερνα, εφηβική εκδοχή του «Invasion of the Body Snatchers». Προσωπικά ξεχωρίζω με το ζόρι δυο τρεις ακόμα ταινίες εκείνης της εποχής, αν και δεν πιστεύω πως αξίζουν ειδική αναφορά.

Σφήνα ανάμεσα σε όλα αυτά έμπαινε και το ταινιάκι για το οποίο γίνεται το review. Σκοπός του ήταν να κλέψει λίγη από την δόξα των προαναφερθέντων ταινιών κι αν η δόξα εξαργυρώνεται σε εισιτήρια, τότε τα κατάφερε και με το παραπάνω ! Ο τίτλος του ήταν «Urban Legend» και το ατού του ήταν η κεντρική του ιδέα, η οποία ήταν η εξής: ένας μανιακός αρχίζει να κάνει πράξη τους αστικούς θρύλους που σχετίζονται με μακάβριες δολοφονίες. Αυτοί οι θρύλοι γνωστοί και στην χώρα μας, είτε από στόμα σε στόμα, είτε από το διαδίκτυο, παρουσίαζαν μεγάλο ενδιαφέρον (έστω και από ενημερωτική άποψη) και δίνανε μια νότα πρωτοτυπίας  σε ένα κάτα τα άλλα κοινότυπο εγχείρημα. Η ταινία είχε κάτι από το αγωνιώδες κλίμα και την αιματηρή διάθεση των 80's, αλλά τα δάνεια από παλιότερες (και καλύτερες) ταινίες του είδους δεν ήταν και λίγα. Πάντως βλέπεται με ενδιαφέρον θα έλεγα. Διέθετε ένα λαμπερό καστ διάσημων ηθοποιών στα πρώτα τους βήματα, γκεστ εμφανίσεις των θρύλων Robert Englund και Brad Dourif, πολύ καλή φωτογραφία, κάποιες έξυπνες και καλοστημένες σκηνές φόνων κι ένα απίστευτα αγωνιώδες τελευταίο ημίωρο, με συνεχείς ανατροπές σχετικά με την ταυτότητα του δολοφόνου, όσο κι αν η αποκάλυψη του σε συνδυασμό με τα κίνητρά του δεν με έπεισαν ιδιαίτερα. 

Σκηνοθέτης της ταινίας ο Αυστραλός Jamie Blanks, ένας μάλλον υποτιμημένος σκηνοθέτης που ειδικεύεται στον τρόμο και αγαπάει το είδος. Εδώ κάνει το ντεμπούτο του στο Hollywood που στέφθηκε με επιτυχία και του δωσε το πράσινο φως για την δεύτερη ταινία του, το «Valentine». Αυτή τη φορά όμως οι εισπράξεις δεν ήταν οι αναμενόμενες, με αποτέλεσμα ο Blanks να πάρει πόδι και να επιστρέψει στην γενέτειρά του. Όμως δεν το έβαλε κάτω. Έχοντας στην διάθεση του λιγότερα μέσα και μικρότερο προϋπολογισμό, αλλά μπόλικη όρεξη και δυνατά σενάρια από τον βετεράνο Everett De Roche, μας έδωσε μερικές ταινίες ατόφιου τρόμου όπως το survival horror «Storm Warning» κι ένα remake του κλασικού Αυστραλέζικου φιλμ «Long Weekend». Κι ίσως έτσι να είναι καλύτερα τελικά.

Το «Urban Legend» είναι μέχρι στιγμής η μεγαλύτερη και πιο εμπορική επιτυχία του, η ταινία που τον έβαλε στον κινηματογραφικό χάρτη. Σήμερα θεωρείται cult από μια μερίδα θεατών που αποτελούσε και το target group εκείνης της εποχής. Οι νεότεροι που μεγάλωσαν με «Saw» και torture porn δεν ξέρω αν θα την εκτιμήσουν το ίδιο. Πάντως είναι μια διασκεδαστική ταινία που σε κανένα σημείο της δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά και σε προτρέπει να κανεις το ίδιο. Προτείνεται σε όσους θέλουν να περάσουν ένα ψυχαγωγικό βράδυ με την παρέα τους, με την συνοδεία των απαραίτητων εδεσμάτων φυσικά (πίτσες, μπύρες) και στους νοσταλγούς των εφηβικών σλάσερς των 90's (αν υπάρχει ακόμα κανένας τέτοιος).

Βαθμολογία: 6/10

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Φρικιά Διψασμένα για Αίμα / Bloodsucking Freaks (1976)

a/k/a The Incredible Torture Show 

Σκηνοθεσία: Joel M. Reed
Πρωταγωνιστούν: Seamus O'Brien, Luis De Jesus, Viju Krem

Συντάκτης: Thodoris KL

Με μια βασική ιδέα φόρο τιμής στο θρυλικό Γαλλικό θέατρο The Grand Guignol, η συγκεκριμένη ταινία περιέχει αιματηρές σκηνές που σπάνια βλέπουμε στην οθόνη - αηδιαστικές, κανιβαλιστικές σκηνές !
Ένας θεότρελος ιμπρεσάριος μαζί με τον βοηθό του, τον νάνο Ralphus διατηρoύν ένα θέατρο εκτός Μπρόντγουει, ένα θεατράκι του τρόμου στο κέντρο της Νέας Υόρκης, στο οποίο κάθε βράδυ αναπαρίστανται σκηνές βασανιστηρίων και δολοφονιών έφηβων κοριτσιών, προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού της αστικής τάξης. Η επιτυχία τους οφείλεται κάτα κύριο λόγο στην αληθοφάνεια των αναπαραστάσεων. Παράλληλα, κύμα απαγωγών από συμμορίες οργανωμένου εγκλήματος ανησυχεί τις αρχές του Μανχάταν και στην προσπάθειά τους να εξιχνιάσουν το μυστήριο, θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια φρικιαστική πραγματικότητα: όσα συμβαίνουν στην σκηνή του θεάτρου δεν είναι σκηνοθετημένα, αλλά 100% αληθινά. Επιπλέον, τα γυμνά κορίτσια που βασανίζονται, διαμελίζονται και ακόμη και σκοτώνονται κατά τη διάρκεια των παραστάσεων δεν είναι ηθοποιοί, αλλά θύματα απαγωγής που έχουν μετατραπεί σε σκλάβες. Ο ιμπρεσάριος και ο βοηθός του εμπλέκονται σε εμπόριο λευκής σαρκός και κρατάνε τα κορίτσια αιχμάλωτα, ημίγυμνά μέσα σε κλουβιά στο υπόγειο του θεάτρου. Η απομόνωση, τα σαδιστικά βασανιστήρια σε καθημερινή βάση και η πλύση εγκεφάλου τα έχουν μετατρέψει σε μία μάζα άγριων, πρωτόγονων φρικιών που διψάει για εκδίκηση και αίμα, κι αυτή η ώρα δεν θα αργήσει να 'ρθει.


Αρρωστημένο στόρυ, ξέρω...το αποτέλεσμα βέβαια ίσως και να μην ήταν το αναμενόμενο και θα δούμε στην πορεία το γιατί.
Kαταρχάς, για όσους γνωρίζουν τον Necro να πω πως σύμφωνα με δηλώσεις του, πρόκειται για την αγαπημένη του ταινία. Στο clip του White Slavery μάλιστα, αποτίει φόρο τιμής σε αυτήν. Οπότε μέσες άκρες καταλαβαίνεται περί τίνος πρόκειται...

Τα «Φρικιά» λοιπόν είναι η απόλυτη no budget καφρίλα των 70's και μία από τις πιο απωθητικές ταινίες τρόμου στην ιστορία του κινηματογράφου, ένα όργιο σαδoμαζοχισμού, μισογυνισμού και κακογουστιάς. Camp χιούμορ, ανύπαρκτη πλοκή, αστείες ερμηνείες, φθηνιάρικα εφέ, άφθονο αίμα και γυμνό και το κερασάκι στην τούρτα, ένας σατανικός νάνος που θα σας στοιχειώσει και θα σας κάνει να ξεχάσετε την καλή εικόνα που είχατε σχηματίσει για αυτούς από τα παραμυθάκια των αδερφών Γκριμ. Οι μέθοδοι βασανισμών περιλαμβάνουν πλύση εγκεφάλου, κρανία που συνθλίβονται από μέγγενη, κομμένα άκρα, ηλεκτροσόκ, εξαγωγή δοντιών, αποκεφαλισμό με γκιλοτίνα, μαστιγώματα, τεμαχισμούς, ακρωτηριασμούς με αλυσοπρίονα, μια σταύρωση και μία σοκαριστική σκηνή στο φινάλε όπου το κρανίο του πρωταγωνιστή ανοίγεται στα δύο με ένα ηλεκτρικό τρυπάνι και ο δράστης ρουφάει τα μυαλά του με ένα καλαμάκι... 
Ωμή ανθρώπινη σάρκα καταβροχθίζεται πρόθυμα από αιμοδιψή τέρατα επιδιδόμενα σ' ένα όργιο φρίκης και διαστροφής που -παρ' όλα αυτά- ενθουσίασε και ενθουσιάζει τους απανταχού λάτρεις του είδους!

Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο, αφού αυτή είναι όλη η ταινία, τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Τώρα αν αυτό είναι καλό ή κακό, ας το κρίνει ο καθένας ξεχωριστά. 

Προβλήθηκε στους κινηματογράφους το 1976, με τον τίτλο «The Incredible Torture Show». Aργότερα, η εταιρία διανομής Troma Entertainment άλλαξε τον τίτλο σε «Bloodsucking Freaks». Στην εποχή της προκάλεσε αίσθηση, πέρασε στην σφαίρα του cult και η δημόσια προβολή της σταμάτησε επειδή επέσυρε την οργή της Women Against Pornography. Η επιρροή της σε ταινίες του είδους τεράστια. Κάποιοι την είδαν σαν ένα ρεαλιστικό θρίλερ που περιέγραφε καταστάσεις που συμβαίνουν στα κυκλωματα της μαφίας (κάτι που ισχύει, εν μέρει) και κάποιοι άλλοι σαν μια συραφή βίαιων και σιχαμερών σκηνών χωρίς καμία συνοχή μεταξύ τους (επίσης ισχύει). Λίγο καιρό μετά το τέλος των γυρισμάτων, δύο εκ των πρωταγωνιστών, ο Seamus O'Brien και η Viju Krem δολοφονήθηκαν βίαια από αγνώστους, γεγονός που συνέβαλε στην ήδη κακή φήμη της ταινίας. 

Παρόλα αυτά σήμερα βλέπεται πιο ψύχραιμα, σαν μια ένοχη grindhouse απόλαυση, που προκαλεί περισσότερο γέλιο, παρά φρίκη ή τρόμο. Aυστηρά και μόνο για φανς του trash και για όσους μπορούν να εκτιμήσουν την αξία του διεστραμένου χιούμορ. Γιατί σίγουρα η θέαση της απαιτεί χιούμορ, αλλά καλού κακού έχετε πρόχειρη και μια σακούλα για τον εμετό κάπου εκεί γύρω...

Βαθμολογία: 5/10

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Γρήγορη και Θανάσιμη / The Quick and the Dead (1995)

Σκηνοθεσία: Sam Raimi
Πρωταγωνιστούν: Sharon Stone, Gene Hackman, Russel Crowe, Leonardo DiCaprio

Συντάκτης: Καλόγερος

Η "Γρήγορη και Θανάσιμη" είναι ένα γουέστερν όχι από τα παλιά, αν και γυρίστηκε το 1995 και οι περισσότεροι θα σκεφτούν "παλιά ταινία". Και δεν διαφέρει μόνο χρονολογικά από τις παλιότερες ταινίες του ίδιου είδους. Η αισθητική, πρώτον, της ταινίας είναι εντελώς διαφορετική και δεν πρόκειται να τη συναντήσει κανείς σε παλιότερο γουέστερν, αλλά και, γενικά, νομίζω ούτε σε κανένα από αυτά που γυρίστηκαν αργότερα. Είναι μία απόπειρα του σκηνοθέτη να εντάξει το είδος αυτό, του οποίου οι ιστορίες διαδραματίζονται στο παρελθόν, σε ένα νέο κινηματογραφικό στυλ με φιγούρες να ποζάρουν σε μαύρο background προτού τραβήξουν όπλο σε μία μονομαχία, πανοραμικά και πλάγια πλάνα... Αυτό εμένα με ξενίζει που είμαι φαν των γουέστερν, αλλά δεν μπορώ να πω πως το βρήκα εντελώς απωθητικό. Αντιθέτως, το βρήκα συμπαθητικό, παρότι προτιμώ τα παλιότερα.

Η κεντρική ιδέα της υπόθεσης, εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα, είναι παραδοσιακή, κλισέ θα λέγαμε: εκδίκηση. Αλλά έχουμε μία γυναίκα που ψάχνει εκδίκηση για τον χαμένο πατέρα της και λαμβάνει μέρος σε ένα τουρνουά τραβήγματος όπλου, γιατί υποθέτω θα έχει σχέση με τον στόχο της. Στην ιστορία μπλέκονται ένας πλούσιος γέρος πιστολέρο, ένας φυλακισμένος παπάς πιστολέρο κι ένας πολύ νέος πιστολέρο.

Πρωταγωνίστρια είναι η σεξοβόμβα, που έγινε θρύλος μετά το "Βασικό Ένστικτο" όταν άνοιγε τα πόδια της και δεν φορούσε βρακάκι, Sharon Stone. Προσπαθεί να ενσωματωθεί στο ρόλο της σκληρής γυναίκας με τη ραγισμένη καρδιά, αλλά εμένα προσωπικά δεν με έπεισε και τόσο. Είναι όμορφη, πάντως, και αυτό είναι ένα συν. Μία κουκλάρα άσσος στο πιστόλι ανάμεσα σε τόσους άντρες. Και το υπόλοιπο cast είναι ενδιαφέρον: ο μεγαλόσωμος Gene Hackman, που τρία χρόνια πριν είχε πρωταγωνιστήσει σε άλλο ένα γουέστερν με τον Clint Eastwood (!), το Unforgiven. Βλέπουμε, επίσης, τον Russel Crowe, ο οποίος πρωταγωνίστησε πρόσφατα (2007) στο "Τελευταίο τρένο για τη Yuma" με τον Christian Bale, το οποίο είναι remake ενός παλιού γουέστερν. Τελευταίος ο μικρότερος της παρέας, ο οποίος δεν είναι παρά ένα νεαρό αγόρι στην ταινία, ο Leonardo DiCaprio, που επίσης πρωταγωνίστησε το 2012 στο Django Unchained τού Tarantino, ένα επικό γουέστερν.

Η ταινία έχει αρκετό πιστολίδι και εξέλιξη και έτσι καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή σε εγρήγορση. Μολονότι γουέστερν, έχω την εντύπωση πως οι φαν των γουέστερν δεν πρόκειται να το εκτιμήσουν ιδιαίτερα. Απευθύνεται μάλλον σε αυτούς που βαριούνται τα παλιά γουέστερν και προτιμούν κάτι πιο πιασάρικο με παραπάνω δράση, ή απλώς κάτι πιο καινούργιο (γιατί και αυτό παίζει ρόλο στον θεατή). Οπωσδήποτε δεν το χαρακτηρίζω κάτι σπουδαίο, αλλά είναι μία ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική ταινία. Θα προτιμούσα να έδινε φόρο τιμής μέσω της υπόθεσης, των διαλόγων κτλ σε παλιότερες ταινίες, έτσι θα γινόταν πιο απολαυστική και θα το κοινό θα την έβλεπε με άλλο μάτι.

Βαθμολογία: 7/10

Illuminati: Οι Πεφωτισμένοι / Angels & Demons (2009)

Σκηνοθεσία: Ron Howard
Πρωταγωνιστούν: Tom Hanks, Ewan McGregor, Ayelet Zurer

Συντάκτης: Καλόγερος

Όταν ξέρω πως πρόκειται να δω ταινία με άτομα που δεν βλέπουν και πολύ συχνά, μαντεύω πως μάλλον θα είναι μαλακία. Αυτό έπαθα πρόσφατα. Βέβαια, οι "Πεφωτισμένοι" δεν ήταν μεγάλη μαλακία. Έχω δει και χειρότερες, προφανώς. Είναι συνέχεια του "Κώδικα Da Vinci" (τον οποίο δεν έχω δει) με τον Tom Hanks ξανά στον πρωταγωνιστικό ρόλο να υποδύεται τον Tom Hanks που προσπαθεί να υποδυθεί κάποιον χαρακτήρα ως συνήθως. Συγνώμη που γίνομαι κουραστικός πετώντας χολή αδιακόπως, αλλά όσα λέω τα πιστεύω. Αναφορά πρέπει να γίνει, επίσης, στον Dan Brown, ο οποίος είναι ο συγγραφέας των βιβλίων στα οποία βασίστηκαν οι ταινίες.

Στην ταινία ένας τύπος που ασχολείται με σύμβολα αναλαμβάνει μετά από πρόταση του Βατικανού να βρει πού είναι κρυμμένα κάποια υποψήφια θύματα δολοφονίας των Illuminati και μαζί τους μία βόμβα που απειλεί να εξοντώσει ολόκληρο το Βατικανό (θα το απολάμβανα).

Όλο το έργο μοιάζει να έχει δημιουργηθεί πάνω σε μία φόρμα και δεν καταφέρνει να γίνει κάτι το ξεχωριστό. Και όταν λέω όλο το έργο, εννοώ πως τα πάντα δείχνουν στημένα. Κάθε διάλογος και κάθε ερμηνεία, αν εξαιρέσουμε τον Ewan McGregor ο οποίος κάνει μια φιλότιμη προσπάθεια να είναι καλός στο ρόλο του και γι' αυτό ξεχωρίζει - όσο γίνεται να ξεχωρίσεις σε μία τόσο αδιάφορη ταινία. Η υπόθεση εξάλλου είναι απλή. Μυστηρίου - θρίλερ χαρακτηρίζεται, αλλά με μπόλικες δόσεις δράσης από ένα σημείο και μετά για να μην καταντήσει αηδιαστικά βαρετή. Η δράση, ωστόσο, ρίχνει το επίπεδο που υποτίθεται πως πρέπει να έχει μία ταινία μυστηρίου, η οποία παραδοσιακά χτίζει αγωνία και ενδιαφέρον με την υπόθεση και όχι με τα κυνηγητά και το πιστολίδι. Βέβαια, χρειάζονται και αυτά σε ορισμένες περιπτώσεις, απλώς εδώ τα βλέπουμε σε υπερβολικό βαθμό.

Αυτό που, τέλος, με ξένισε επίσης είναι πως η ταινία προσπαθεί να περάσει πάρα πολλές φορές το νόημα πως η θρησκεία είναι καλή, το βατικανό είναι καλό, οι επιστήμονες πρέπει να είναι θρήσκοι για να είναι καλοί, λες και θέλουν να υπνωτίσουν τον θεατή. Όταν βλέπω κάτι τέτοια εκνευρίζομαι.

Εμένα, όπως θα καταλάβατε ήδη, η ταινία δεν μου άρεσε, τη βρίσκω αδιάφορη, βαρετή, αλλά και κακοπροαίρετη. Κοιτάω να μένω μακριά από τέτοιες ταινίες. Βλέπεται, πάντως, δεν έσπασα την οθόνη.

Βαθμολογία: 6/10