Μετά από ανοιχτή πρόσκληση του Cinefil, ενός θεματικού μπλογκ για τον κινηματογράφο, όπως και το δικό μας, παραθέτουμε τις απαντήσεις μας σε ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με ηθοποιούς, σκηνοθέτες και, βεβαίως, ταινίες.
Η λίστα του Καλόγερου:
Αγαπημένος ξένος ηθοποιός:
Al Pacino
Αγαπημένος Έλληνας ηθοποιός:
Φραγκίσκος Μανέλλης
Αγαπημένη ξένη ηθοποιός:
Marilyn Monroe
Αγαπημένη Ελληνίδα ηθοποιός:
(Δεν έχω προς το παρόν)
Αγαπημένος ξένος σκηνοθέτης:
Alfred Hitchcock
Αγαπημένος Έλληνας σκηνοθέτης:
(Δεν έχω προς το παρόν)
Ποιον ρόλο θα ήθελα να υποδυθώ και από ποια ταινία:
The man with no name από την τριλογία τού Sergio Leone (Για μια χούφτα δολάρια, Μονομαχία στο Ελ Πάσο, Ο καλός, ο κακός κι ο άσχημος).
Ταινία που επιθυμώ πολύ να δω και δεν το έχω καταφέρει:
The Mercenary (1968)
Ταινία κινουμένων σχεδίων που θέλω να δω:
Robin Hood (1973)
Ταινία που έχω... λιώσει:
Scarface (1983)
Η λίστα του Thodoris KL:
Αγαπημένος ξένος ηθοποιός:
Vincent Price
Αγαπημένος Έλληνας ηθοποιός:
Σωτήρης Μουστάκας
Αγαπημένη ξένη ηθοποιός:
Kathy Bates
Αγαπημένη Ελληνίδα ηθοποιός:
Μαίρη Αρώνη
Αγαπημένος ξένος σκηνοθέτης:
Alfred Hitchcock
Αγαπημένος Έλληνας σκηνοθέτης:
Γιώργος Τζαβέλας
Ποιον ρόλο θα ήθελα να υποδυθώ και από ποια ταινία:
Του Dr. Young από το «Deep Throat» \m/
Ταινία που επιθυμώ πολύ να δω και δεν το έχω καταφέρει:
The Gold Rush / Ο Χρυσοθήρας (1925)
Ταινία κινουμένων σχεδίων που θέλω να δω:
Persepolis (2007)
Ταινία που έχω... λιώσει:
Night of the Living Dead (1968)
Η λίστα του Aldark
Αγαπημένος ξένος ηθοποιός:
Al Pacino + Robert De Niro
Αγαπημένος Έλληνας ηθοποιός:
Ντίνος Ηλιόπουλος
Αγαπημένη ξένη ηθοποιός:
(Δεν έχω προς το παρόν)
Αγαπημένη Ελληνίδα ηθοποιός:
Τζένη Καρέζη
Αγαπημένος ξένος σκηνοθέτης:
Martin Scorsese
Αγαπημένος Έλληνας σκηνοθέτης:
Αλέκος Σακελλάριος
Ποιον ρόλο θα ήθελα να υποδυθώ και από ποια ταινία:
Nicky Santoro (Joe Pesci στο Casino (1995))
Ταινία που επιθυμώ πολύ να δω και δεν το έχω καταφέρει:
Novecento (1976)
Ταινία κινουμένων σχεδίων που θέλω να δω:
Έχω δει τόσες... Αλλά το Tangled (2010) όχι ακόμα!
Ταινία που έχω... λιώσει:
Scarface (1983) + American Beauty (1999)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Thodoris KL. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Thodoris KL. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014
Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014
Το Πέταγμα του Κύκνου / The Flight of the Swan (2011)
Σκηνοθεσία: Nίκος Τζίμας
Πρωταγωνιστούν: James D'Arcy, Alicia Witt, Colm Meaney
Συντάκτης: Thodoris KL
Σαν φοιτητής στο Πολυτεχνείο, ο Αλέξης είναι επαναστάτης, παθιασμένος με τη ζωή, τη φύση, τον έρωτα. Στην πορεία της ζωής του όμως, καταλήγει να γίνει ένα ακόμη «golden boy» μιας πολυεθνικής εταιρίας, ένα γρανάζι στο μηχανισμό που πολεμούσε στο παρελθόν. Έτσι, παρασυρμένος από την επιτυχία, αφήνει πίσω του αξίες, φίλους και την ίδια του την οικογένεια. Η ζωή του παίρνει τραγική τροπή όταν η απληστία μιας κοινοπραξίας πολυεθνικών, ανάμεσά τους και η εταιρεία που διευθύνει ο ίδιος, είναι η αιτία για μια μεγάλη οικολογική καταστροφή, με πολλά ανθρώπινα θύματα που τον ξυπνάνε από τη μεγάλη αυταπάτη. Συνταράσσεται, αντιδρά, και πολύ γρήγορα έρχεται αντιμέτωπος με τα μεγάλα συμφέροντα. Θέλει να ξαναβρεί όλα όσα έχασε, τη ζωή του...
Κι ενώ τριγύρω του εξελίσσεται ένα θρίλερ για την απόδοση ευθυνών, ο Αλέξης νοιώθει παγιδευμένος και σύντομα οδηγείται σε μια αδυσώπητη σύγκρουση. Μέσα από μια κόλαση πειρασμών και καταπάτησης αξιών θα βρεθεί και πάλι στο πλευρό της ηθικής απ’ όπου θα αρχίσει την ζωή του με μηδενισμένο το κοντέρ. Η υπόθεση της ταινίας είναι αποκαλυπτική για το σήμερα και τη βάρβαρη πραγματικότητα που διαμορφώνουν οι πολυεθνικές.
Δεν ξέρω τι λέτε εσείς, εμένα πάντως μου άρεσε η τελευταία ταινία του Νίκου Τζίμα. Δεν διαφωνώ βέβαια με τις κακές κριτικές. Ναι η σκηνοθεσία της ταινίας ήταν μέτρια, ειδικά για έναν άνθρωπο όπως ο Νίκος Τζίμας που πάντα ήταν πολυ επιλεκτικός στις δημιουργίες του (είχε να γυρίσει ταινία από το 1984 και τα «Χρόνια της Θύελλας» ). Ναι το σενάριο ήταν απλοϊκό, γραφικό αν θέλετε, τίγκα στα κλισέ, με διάλογους που θύμιζαν Φώσκολο. Τα ειδικά εφφέ κάκιστα ακόμα και για ταινία του '80, το ντουμπλάρισμα αχρείαστο και αστείο και οι ερμηνείες, αν εξαιρέσουμε τον πρωταγωνιστή που προσπαθεί όσο μπορεί και κάνα δυο τρεις ακόμη, κάτω του μετρίου. Το Ελληνικό στοιχείο υπάρχει έντονο στην ταινία και αυτό για εμένα είναι θετικό, δεδομένου ότι πρόκειται για διεθνή παραγωγή, αλλά σε μερικά σημεία μάλλον το παρακάνει λίγο και καταντάει σαν διαφήμιση για τουριστικό γραφείο. Ουζάκια, συρτάκια, βόλτες στην Ακρόπολη, σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία και δυο μεθύστακες που ρίχνουν ζεϊμπεκιές νυχτιάτικα γύρω από μια φωτιά στην παραλία. Το κερασάκι στην τούρτα όμως είναι η επέλαση γνωστών Ελλήνων ηθοποιών, όλοι σε δευτεροτρίτους ρόλους με άσχημο ντουμπλάρισμα στα Αγγλικά, μάλλον για λόγους διαφήμισης και στη χώρα μας. Ένας από αυτούς είναι και ο Θανάσης Βέγγος, στην τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση. Φήμες λένε πως δούλεψε αφιλοκερδώς για την ταινία, αλλά δυστυχώς η εμφάνισή του διαρκεί μονάχα μερικά λεπτά και ανοίγει το στόμα του μόνο για να γελάσει με τον τόσο χαρακτηριστικό τρόπο του (ή μάλλον ευτυχώς, όσο σκέφτομαι πως μπορεί να τον ντουμπλάρανε κι αυτόν με καμιά περίεργη Αγγλική φωνή λέω καλύτερα έτσι). Παρεμπιπτοντως, αυτό με το κακό Αγγλικό ντουμπλάρισμα το είχε και στον «Άνθρωπο με το Γαρύφαλλο» πριν από 30 χρόνια.
Όλα τα παραπάνω που γράφτηκαν κατά καιρούς για το «Πέταγμα του Κύκνου» ισχύουν, δεν αντιλέγω. Οπότε πολύ εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος: Tι ήταν αυτό που σου άρεσε στην ταινια ; Καταρχας να ξεκαθαρίσω πως δεν θεωρώ απαραίτητα κακό για μία ταινία τις κακές ερμηνείες, το τραβηγμένο σενάριο, τους πομπώδεις διαλόγους κτλ. Για την ακρίβεια οι αγαπημένες μου ταινίες τα έχουν όλα αυτά. Αυτού του είδους τις ταινίες, με τα λάθη τους, τις ατέλειες τους και τα σχετικά τις βρίσκω καλύτερες και πιο διασκεδαστικές από αποστειρωμένες κουλτούρες και αψεγάδιαστα blockbusters του Hollywood. H ταινία του Νίκου Τζίμα σε πολλά σημεία προκαλεί άφθονο γέλιο και το γεγονός πως αυτό δεν ήταν στις προθέσεις του σκηνοθέτη την κάνει ακόμα πιο cult. Γιατί σκηνοθετικά τουλάχιστον περί αυτού πρόκειται, για ένα b-movie πολυτελείας, άσχετα αν πήγαν κάποιοι να μας την πλασσάρουν σαν διεθνή υπερπαραγωγή με διάσημους ηθοποιούς του εξωτερικού κτλ. Και επαναλαμβάνω πως ό,τι λέω δεν το λέω για κακό. Βέβαια είναι στη μέση και το σχετικά μεγάλο μπάτζετ. Αν μιλάγαμε για μια ταινία χαμηλού προϋπολογισμού με φοιτητές υποκριτικής για ηθοποιούς, όλα αυτά θα φαινόντουσαν αμελητέα. Αλλά τώρα τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Παρόλα αυτά θεωρώ πως προσφέρει άφθονη τίμια και αγνή ψυχαγωγία στις σχεδόν δύο ώρες που διαρκεί. Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αυτό είναι κάτι το κατακριτέο, ούτε γιατί βάση αυτού χαντακώθηκε από σημαντική μερίδα του κοινού και των κριτικών. Μάλλον όλοι αυτοί προτιμούν τις ταινίες των υπόλοιπων σκηνοθετών της γενιάς του κ.Τζίμα, που στα πρώτα 5' της προβολής σε έπαιρνε κι ο ύπνος...
Κάπου εδώ όμως τα αστεία τελειώνουν. Γιατί πέρα από τον χαβαλέ, την δράση και τις όποιες τεχνικές ατέλειες της ταινίας υπάρχει και το σοβαρό θέμα που πραγματεύεται (έστω και με γραφικό τρόπο) και σε αυτό πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας. Χωρίς ίχνος κρυμμένων συμβολισμών, αλλά με κυνισμό ο σκηνοθέτης κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και περνάει το αντικαπιταλιστικό του μήνυμα. Σου λέει ποιοί είναι αυτοί που ελέγχουν τον κόσμο σήμερα, αυτοί που κινούν τα νήματα, καταστρέφουν την φύση και πλουτίζουν εις βάρος των λαών. Μιλάει για αξίες και ιδανικά που έχουν χαθεί στην σημερινή εφιαλτική κοινωνική πραγματικότητα. Πολυεθνικές εταιρείες, τράπεζες, κυβερνώντες και τα τσιράκια τους μυστικές υπηρεσίες, δικαστικοί, μέσα μαζικής ενημέρωσης, ένα σύμπλεγμα που μπροστά στο προσωπικό κέρδος δεν διστάζει πουθενά και αν θες να γίνεις μέρος του πρέπει να θυσιάσεις στον βωμό της καταξίωσης και του χρήματος την ίδια σου την ψυχή. Και μέσα σε όλα αυτά φροντίζουν να διατηρούν στον άνθρωπο την ψευδαίσθηση πως με ατομικό τρόπο και τους απαραίτητους συμβιβασμούς μπορεί πραγματικά να ευτυχήσει, κάτι που η ταινία διαψεύδει.
Όλα αυτά λοιπόν και πολλά ακόμη πραγματεύεται το «Πέταγμα του Κύκνου». Θέματα σοβαρότατα που θα έπρεπε να απασχολούν τον καθένα από εμάς, αλλά ο σημερινός τρόπος ζωής δεν μας επιτρέπει να δούμε. Χαίρομαι πραγματικά που ένας Έλληνας σκηνοθέτης αποφάσισε μέσα από την ταινία του να αναλύσει τον τρόπο που δουλεύει το σύστημα, σε μια εποχή που ο εμπορικός κινηματογράφος προσπαθεί να καλύψει την έλλειψη περιεχομένου με το εντυπωσιακό της μορφής. Και πριν πείτε πως όλα αυτά κάπου τα έχουμε ξαναδεί, να σας θυμίσω πως οι περισσότερες ταινίες που μιλάνε για «αφύπνιση» και κάνουν επιτυχία σήμερα έχουν να κάνουν με μασόνους, illuminati, σκοτεινές δυνάμεις και λοιπές συνομωσιολογίες. Η Νέα Τάξη Πραγμάτων για τον Νίκο Τζίμα (αν και δεν είναι τόσο νέα, απλά τόσα χρόνια κάναμε πως δεν την βλέπαμε) δεν είναι ένας δαίμονας που ήρθε από το υπερπέραν αλλά κάτι 100% υπαρκτό. Ο καπιταλισμός και το κεφάλαιο στην σημερινή υπερεθνική ιμπεριαλιστική τους μορφή. Καμία αλήθεια που μας κρύβουν λοιπόν, μόνο αλήθεια που δεν την ψάχνουμε γιατί έχουμε αλλοτριωθεί. Yπήρξαν βέβαια στο παρελθόν και κάποιες εξαιρέσεις ταινιών που κάνανε κριτική στον καπιταλισμό, αλλά έμεναν απλά στην κριτική, όλες είχαν το ίδιο απαισιόδοξο μήνυμα στο φινάλε. Σαν να σου λένε πως ισχύουν όλα αυτά, αλλά έτσι είναι ο κόσμος και εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να τον αλλάξεις. Ό,τι πιο βολικό για το σύστημα με δυο λόγια. Εδώ όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Παρά την τραγική κατάληξη του πρωταγωνιστή, ο σκηνοθέτης είναι συγκρατημένα αισιόδοξος και προτάσει μια ηθική αντίσταση στα σημεία των καιρών. Δεν μιλάει για κάποια δυστοπία στο μακρυνό μέλλον, που όταν κάποια στιγμή θα έρθει τότε θα αποφασίσουμε να αντισταθούμε. Σου λέει πως τα πράγματα σήμερα θυμίζουν Οργουελικό εφιάλτη και θέλει κότσια για να διατηρήσεις τις αξίες σου, παρόλα αυτά αν θέλουμε όλοι μαζί μπορούμε να ανατρέψουμε όλο αυτό το σύστημα που ζει εις βάρος μας. Πρώτο μέλημα μας όμως πρέπει να είναι η αφύπνιση και η προσωπική επανάσταση. Να πιστέψουμε στην δύναμη που έχουμε σαν άνθρωποι και να ξαναβρούμε τον πραγματικό μας εαυτό μέσα στην φύση.
Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα οικολογικό θρίλερ και ταυτόχρονα για ένα ανθρώπινο δράμα, που έχει τις ατέλειες του, αλλά θα ήταν μεμψιμοιρία να σταθούμε σε αυτές και να μην δούμε την ουσία των πραγμάτων. Σύμφωνα με δηλώσεις του ο Νίκος Τζίμας, είχε την συγκεκριμένη ιδέα από την δεκαετία του '80, αλλά δεν τόλμησε να την γυρίσει γιατί δεν ήθελε να πάρει λεφτά από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, από το υπουργείο Πολιτισμού, την ΕΡΤ ή κάποιον μεγαλοπαράγοντα. Προτίμησε να την γυρίσει όταν ήρθε η ώρα της, ανεξάρτητα, χωρίς τα λεφτά του Ελληνικού λαού και χωρίς τις παρεμβάσεις που μπορεί να έκαναν στο σενάριο οι παραπάνω φορείς. Ίσως βέβαια να είχε άλλη καλλιτεχνική αξία αν την γύριζε τότε που ήταν και στην ακμή του σαν σκηνοθέτης. Αλλά από την άλλη, μάλλον τώρα ήταν η κατάλληλη εποχή γιατί το έργο του, αν και με διαχρονικό μήνυμα, σήμερα φαντάζει πιο επίκαιρο από ποτέ. Για αυτό και μόνο τον λόγο για εμένα του αξίζουν συγχαρητήρια!
Βαθμολογία: 7/10
Πρωταγωνιστούν: James D'Arcy, Alicia Witt, Colm Meaney
Συντάκτης: Thodoris KL
Σαν φοιτητής στο Πολυτεχνείο, ο Αλέξης είναι επαναστάτης, παθιασμένος με τη ζωή, τη φύση, τον έρωτα. Στην πορεία της ζωής του όμως, καταλήγει να γίνει ένα ακόμη «golden boy» μιας πολυεθνικής εταιρίας, ένα γρανάζι στο μηχανισμό που πολεμούσε στο παρελθόν. Έτσι, παρασυρμένος από την επιτυχία, αφήνει πίσω του αξίες, φίλους και την ίδια του την οικογένεια. Η ζωή του παίρνει τραγική τροπή όταν η απληστία μιας κοινοπραξίας πολυεθνικών, ανάμεσά τους και η εταιρεία που διευθύνει ο ίδιος, είναι η αιτία για μια μεγάλη οικολογική καταστροφή, με πολλά ανθρώπινα θύματα που τον ξυπνάνε από τη μεγάλη αυταπάτη. Συνταράσσεται, αντιδρά, και πολύ γρήγορα έρχεται αντιμέτωπος με τα μεγάλα συμφέροντα. Θέλει να ξαναβρεί όλα όσα έχασε, τη ζωή του...
Κι ενώ τριγύρω του εξελίσσεται ένα θρίλερ για την απόδοση ευθυνών, ο Αλέξης νοιώθει παγιδευμένος και σύντομα οδηγείται σε μια αδυσώπητη σύγκρουση. Μέσα από μια κόλαση πειρασμών και καταπάτησης αξιών θα βρεθεί και πάλι στο πλευρό της ηθικής απ’ όπου θα αρχίσει την ζωή του με μηδενισμένο το κοντέρ. Η υπόθεση της ταινίας είναι αποκαλυπτική για το σήμερα και τη βάρβαρη πραγματικότητα που διαμορφώνουν οι πολυεθνικές.
Δεν ξέρω τι λέτε εσείς, εμένα πάντως μου άρεσε η τελευταία ταινία του Νίκου Τζίμα. Δεν διαφωνώ βέβαια με τις κακές κριτικές. Ναι η σκηνοθεσία της ταινίας ήταν μέτρια, ειδικά για έναν άνθρωπο όπως ο Νίκος Τζίμας που πάντα ήταν πολυ επιλεκτικός στις δημιουργίες του (είχε να γυρίσει ταινία από το 1984 και τα «Χρόνια της Θύελλας» ). Ναι το σενάριο ήταν απλοϊκό, γραφικό αν θέλετε, τίγκα στα κλισέ, με διάλογους που θύμιζαν Φώσκολο. Τα ειδικά εφφέ κάκιστα ακόμα και για ταινία του '80, το ντουμπλάρισμα αχρείαστο και αστείο και οι ερμηνείες, αν εξαιρέσουμε τον πρωταγωνιστή που προσπαθεί όσο μπορεί και κάνα δυο τρεις ακόμη, κάτω του μετρίου. Το Ελληνικό στοιχείο υπάρχει έντονο στην ταινία και αυτό για εμένα είναι θετικό, δεδομένου ότι πρόκειται για διεθνή παραγωγή, αλλά σε μερικά σημεία μάλλον το παρακάνει λίγο και καταντάει σαν διαφήμιση για τουριστικό γραφείο. Ουζάκια, συρτάκια, βόλτες στην Ακρόπολη, σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία και δυο μεθύστακες που ρίχνουν ζεϊμπεκιές νυχτιάτικα γύρω από μια φωτιά στην παραλία. Το κερασάκι στην τούρτα όμως είναι η επέλαση γνωστών Ελλήνων ηθοποιών, όλοι σε δευτεροτρίτους ρόλους με άσχημο ντουμπλάρισμα στα Αγγλικά, μάλλον για λόγους διαφήμισης και στη χώρα μας. Ένας από αυτούς είναι και ο Θανάσης Βέγγος, στην τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση. Φήμες λένε πως δούλεψε αφιλοκερδώς για την ταινία, αλλά δυστυχώς η εμφάνισή του διαρκεί μονάχα μερικά λεπτά και ανοίγει το στόμα του μόνο για να γελάσει με τον τόσο χαρακτηριστικό τρόπο του (ή μάλλον ευτυχώς, όσο σκέφτομαι πως μπορεί να τον ντουμπλάρανε κι αυτόν με καμιά περίεργη Αγγλική φωνή λέω καλύτερα έτσι). Παρεμπιπτοντως, αυτό με το κακό Αγγλικό ντουμπλάρισμα το είχε και στον «Άνθρωπο με το Γαρύφαλλο» πριν από 30 χρόνια.
Όλα τα παραπάνω που γράφτηκαν κατά καιρούς για το «Πέταγμα του Κύκνου» ισχύουν, δεν αντιλέγω. Οπότε πολύ εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος: Tι ήταν αυτό που σου άρεσε στην ταινια ; Καταρχας να ξεκαθαρίσω πως δεν θεωρώ απαραίτητα κακό για μία ταινία τις κακές ερμηνείες, το τραβηγμένο σενάριο, τους πομπώδεις διαλόγους κτλ. Για την ακρίβεια οι αγαπημένες μου ταινίες τα έχουν όλα αυτά. Αυτού του είδους τις ταινίες, με τα λάθη τους, τις ατέλειες τους και τα σχετικά τις βρίσκω καλύτερες και πιο διασκεδαστικές από αποστειρωμένες κουλτούρες και αψεγάδιαστα blockbusters του Hollywood. H ταινία του Νίκου Τζίμα σε πολλά σημεία προκαλεί άφθονο γέλιο και το γεγονός πως αυτό δεν ήταν στις προθέσεις του σκηνοθέτη την κάνει ακόμα πιο cult. Γιατί σκηνοθετικά τουλάχιστον περί αυτού πρόκειται, για ένα b-movie πολυτελείας, άσχετα αν πήγαν κάποιοι να μας την πλασσάρουν σαν διεθνή υπερπαραγωγή με διάσημους ηθοποιούς του εξωτερικού κτλ. Και επαναλαμβάνω πως ό,τι λέω δεν το λέω για κακό. Βέβαια είναι στη μέση και το σχετικά μεγάλο μπάτζετ. Αν μιλάγαμε για μια ταινία χαμηλού προϋπολογισμού με φοιτητές υποκριτικής για ηθοποιούς, όλα αυτά θα φαινόντουσαν αμελητέα. Αλλά τώρα τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Παρόλα αυτά θεωρώ πως προσφέρει άφθονη τίμια και αγνή ψυχαγωγία στις σχεδόν δύο ώρες που διαρκεί. Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αυτό είναι κάτι το κατακριτέο, ούτε γιατί βάση αυτού χαντακώθηκε από σημαντική μερίδα του κοινού και των κριτικών. Μάλλον όλοι αυτοί προτιμούν τις ταινίες των υπόλοιπων σκηνοθετών της γενιάς του κ.Τζίμα, που στα πρώτα 5' της προβολής σε έπαιρνε κι ο ύπνος...
Κάπου εδώ όμως τα αστεία τελειώνουν. Γιατί πέρα από τον χαβαλέ, την δράση και τις όποιες τεχνικές ατέλειες της ταινίας υπάρχει και το σοβαρό θέμα που πραγματεύεται (έστω και με γραφικό τρόπο) και σε αυτό πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας. Χωρίς ίχνος κρυμμένων συμβολισμών, αλλά με κυνισμό ο σκηνοθέτης κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και περνάει το αντικαπιταλιστικό του μήνυμα. Σου λέει ποιοί είναι αυτοί που ελέγχουν τον κόσμο σήμερα, αυτοί που κινούν τα νήματα, καταστρέφουν την φύση και πλουτίζουν εις βάρος των λαών. Μιλάει για αξίες και ιδανικά που έχουν χαθεί στην σημερινή εφιαλτική κοινωνική πραγματικότητα. Πολυεθνικές εταιρείες, τράπεζες, κυβερνώντες και τα τσιράκια τους μυστικές υπηρεσίες, δικαστικοί, μέσα μαζικής ενημέρωσης, ένα σύμπλεγμα που μπροστά στο προσωπικό κέρδος δεν διστάζει πουθενά και αν θες να γίνεις μέρος του πρέπει να θυσιάσεις στον βωμό της καταξίωσης και του χρήματος την ίδια σου την ψυχή. Και μέσα σε όλα αυτά φροντίζουν να διατηρούν στον άνθρωπο την ψευδαίσθηση πως με ατομικό τρόπο και τους απαραίτητους συμβιβασμούς μπορεί πραγματικά να ευτυχήσει, κάτι που η ταινία διαψεύδει.
Όλα αυτά λοιπόν και πολλά ακόμη πραγματεύεται το «Πέταγμα του Κύκνου». Θέματα σοβαρότατα που θα έπρεπε να απασχολούν τον καθένα από εμάς, αλλά ο σημερινός τρόπος ζωής δεν μας επιτρέπει να δούμε. Χαίρομαι πραγματικά που ένας Έλληνας σκηνοθέτης αποφάσισε μέσα από την ταινία του να αναλύσει τον τρόπο που δουλεύει το σύστημα, σε μια εποχή που ο εμπορικός κινηματογράφος προσπαθεί να καλύψει την έλλειψη περιεχομένου με το εντυπωσιακό της μορφής. Και πριν πείτε πως όλα αυτά κάπου τα έχουμε ξαναδεί, να σας θυμίσω πως οι περισσότερες ταινίες που μιλάνε για «αφύπνιση» και κάνουν επιτυχία σήμερα έχουν να κάνουν με μασόνους, illuminati, σκοτεινές δυνάμεις και λοιπές συνομωσιολογίες. Η Νέα Τάξη Πραγμάτων για τον Νίκο Τζίμα (αν και δεν είναι τόσο νέα, απλά τόσα χρόνια κάναμε πως δεν την βλέπαμε) δεν είναι ένας δαίμονας που ήρθε από το υπερπέραν αλλά κάτι 100% υπαρκτό. Ο καπιταλισμός και το κεφάλαιο στην σημερινή υπερεθνική ιμπεριαλιστική τους μορφή. Καμία αλήθεια που μας κρύβουν λοιπόν, μόνο αλήθεια που δεν την ψάχνουμε γιατί έχουμε αλλοτριωθεί. Yπήρξαν βέβαια στο παρελθόν και κάποιες εξαιρέσεις ταινιών που κάνανε κριτική στον καπιταλισμό, αλλά έμεναν απλά στην κριτική, όλες είχαν το ίδιο απαισιόδοξο μήνυμα στο φινάλε. Σαν να σου λένε πως ισχύουν όλα αυτά, αλλά έτσι είναι ο κόσμος και εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να τον αλλάξεις. Ό,τι πιο βολικό για το σύστημα με δυο λόγια. Εδώ όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Παρά την τραγική κατάληξη του πρωταγωνιστή, ο σκηνοθέτης είναι συγκρατημένα αισιόδοξος και προτάσει μια ηθική αντίσταση στα σημεία των καιρών. Δεν μιλάει για κάποια δυστοπία στο μακρυνό μέλλον, που όταν κάποια στιγμή θα έρθει τότε θα αποφασίσουμε να αντισταθούμε. Σου λέει πως τα πράγματα σήμερα θυμίζουν Οργουελικό εφιάλτη και θέλει κότσια για να διατηρήσεις τις αξίες σου, παρόλα αυτά αν θέλουμε όλοι μαζί μπορούμε να ανατρέψουμε όλο αυτό το σύστημα που ζει εις βάρος μας. Πρώτο μέλημα μας όμως πρέπει να είναι η αφύπνιση και η προσωπική επανάσταση. Να πιστέψουμε στην δύναμη που έχουμε σαν άνθρωποι και να ξαναβρούμε τον πραγματικό μας εαυτό μέσα στην φύση.
Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα οικολογικό θρίλερ και ταυτόχρονα για ένα ανθρώπινο δράμα, που έχει τις ατέλειες του, αλλά θα ήταν μεμψιμοιρία να σταθούμε σε αυτές και να μην δούμε την ουσία των πραγμάτων. Σύμφωνα με δηλώσεις του ο Νίκος Τζίμας, είχε την συγκεκριμένη ιδέα από την δεκαετία του '80, αλλά δεν τόλμησε να την γυρίσει γιατί δεν ήθελε να πάρει λεφτά από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, από το υπουργείο Πολιτισμού, την ΕΡΤ ή κάποιον μεγαλοπαράγοντα. Προτίμησε να την γυρίσει όταν ήρθε η ώρα της, ανεξάρτητα, χωρίς τα λεφτά του Ελληνικού λαού και χωρίς τις παρεμβάσεις που μπορεί να έκαναν στο σενάριο οι παραπάνω φορείς. Ίσως βέβαια να είχε άλλη καλλιτεχνική αξία αν την γύριζε τότε που ήταν και στην ακμή του σαν σκηνοθέτης. Αλλά από την άλλη, μάλλον τώρα ήταν η κατάλληλη εποχή γιατί το έργο του, αν και με διαχρονικό μήνυμα, σήμερα φαντάζει πιο επίκαιρο από ποτέ. Για αυτό και μόνο τον λόγο για εμένα του αξίζουν συγχαρητήρια!
Βαθμολογία: 7/10
Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014
Ο Εφιάλτης του Προέδρου / Dreamscape (1984)
Σκηνοθεσία: Joseph Ruben
Πρωταγωνιστούν: Dennis Quaid, Max Von Sydow, Christopher Plummer, David Patrick Kelly
Συντάκτης: Thodoris KL
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ βασανίζεται από φρικτούς εφιάλτες που έχουν να κάνουν με κάποιο πυρηνικό ολοκαύτωμα. Πιστεύει πως η αιτία για αυτούς είναι η ευθύνη που έχει απέναντι στους πολίτες της χώρας του και όλου του πλανήτη που αγωνιούν απέναντι στον κίνδυνο μιας επικείμενης πυρηνικής σύρραξης. Αποφασίζει λοιπόν να συνθηκολογήσει με τους Σοβιετικούς και να δώσει ένα τέλος σε όλα αυτά. Την ίδια ώρα, οι στενοί του συνεργάτες στην κυβέρνηση δουλεύουν πάνω σε ένα πρόγραμμα που επιτρέπει σε άτομα με ψυχικές ικανότητες να μπαίνουν στο υποσυνείδητο ατόμων που υποφέρουν από εφιάλτες και να τα βοηθάνε να τους ξεπεράσουν. Του προτείνουν να πάρει μέρος σε αυτό για να τον βοηθήσουν να ανακουφιστεί. Αυτό που δεν ξέρει είναι πως δεν θέλουν με τίποτα να αποσύρει η χώρα τα πυρηνικά και έχουν αρχίσει να τον θεωρούν εθνική απειλή, οπότε σκοπεύουν να τον βγάλουν από τη μέση, σκοτώνωντάς τον μέσα από τα όνειρά του.
Θρίλερ επιστημονικής φαντασίας περισσότερο και λιγότερο τρόμου, κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά με το «Nightmare on the Elm str.» και πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως ο Craven επηρεάστηκε από αυτό. Προσωπικά δεν συμφωνώ καθώς ο Craven είχε έτοιμο το σενάριο και έψαχνε εταιρεία παραγωγής από το 1981, παρόλα αυτά οι συμπτώσεις είναι αρκετές. Έχουν παρόμοια ιστορία (άνθρωποι που πεθαίνουν στα όνειρά τους) κι έναν δολοφόνο που σε μια σκηνή εμφανίζει μεταλλικά νύχια, κάτι σαν τις λεπίδες του Κρούγκερ. Οι διαφορές βέβαια είναι πολλές κι έτσι το κάθε έργο μπορεί να σταθεί από μόνο του. Εδώ έχουμε κυβερνητικά πειράματα, πυρηνικά, τηλεκινητικούς, μυστικές υπηρεσίες που προσπαθούν να αποσπάσουν μυστικά μέσα από τα όνειρα των πολιτικών αντιπάλων τους και άφθονο κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό, πράγματα που ταιριάζουν περισσότερο σε πολιτικό θρίλερ παρά σε ένα καθαρόαιμο έργο τρόμου όπως ήταν ο «Εφιάλτης».
Η ταινία σκιαγραφεί άψογα το ψυχροπολεμικό κλίμα και την παράνοια του κόσμου εκείνης της εποχής απέναντι στον πυρηνικό όλεθρο. Συνδυάζει με πολύ όμορφο τρόπο τον τρόμο με την επιστημονική φαντασία, την δράση και το πολιτικό θρίλερ ενώ από την αρχή μέχρι το τέλος το διακρίνει μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ έτσι ώστε να μην γίνεται ποτέ ιδιαίτερα βαρύ. Με μία πραγματικά πρωτότυπη και έξυπνη για την εποχή της βασική ιδεα (αν εξαιρέσουμε την αντιεπιστημονικότητα του σεναρίου) επηρέασε πολλά μεταγενέστερα blockbusters όπως τα «Matrix», «the Cell» και «Inception». Σκηνοθέτης της ταινίας ο Joseph Ruben («Stepfather», «the Good Son», «Sleeping with the Enemy») και σεναριογράφος ο ίδιος μαζί με τον Chuck Russel και τον David Loughery, ελαφρά επηρεασμένοι από τη νουβέλλα του Roger Zelazny «The Dream Master». Στα θετικά να προσθέσουμε και το εξαιρετικό καστ με τους Max Von Sydow και Christopher Plummer σε βασικούς ρόλους, ενώ οι Dennis Quaid και David Patrick Kelly (Warriors, come out and playyyy...) είναι πολύ καλοί στους ρόλους του καλού και κακού ονειρομάντη αντίστοιχα. Από την άλλη, αν υπάρχει κάτι το αρνητικό σε όλη την εικόνα είναι μάλλον τα ξεπερασμένα πλέον ειδικά εφφέ, όπως και το ότι στο σύνολό της θυμίζει τηλεταινία. Δεν λέω καλός ο Ruben, αλλά στα χέρια κάποιου πιο έμπειρου σκηνοθέτη ίσως τώρα να μιλάγαμε για αριστούργημα. Ένα ξεχασμένο διαμαντάκι που κατά την ταπεινή μου άποψη χρειάζεται ένα καλό remake (Hollywood ακούει; ). Παρόλα αυτά, αν είστε φανς του sci-fi/horror κινηματογράφου της δεκαετίας του '80 πιστεύω πως θα μείνετε ικανοποιημένοι και με το παραπάνω.
Βαθμολογία: 7/10
Πρωταγωνιστούν: Dennis Quaid, Max Von Sydow, Christopher Plummer, David Patrick Kelly
Συντάκτης: Thodoris KL
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ βασανίζεται από φρικτούς εφιάλτες που έχουν να κάνουν με κάποιο πυρηνικό ολοκαύτωμα. Πιστεύει πως η αιτία για αυτούς είναι η ευθύνη που έχει απέναντι στους πολίτες της χώρας του και όλου του πλανήτη που αγωνιούν απέναντι στον κίνδυνο μιας επικείμενης πυρηνικής σύρραξης. Αποφασίζει λοιπόν να συνθηκολογήσει με τους Σοβιετικούς και να δώσει ένα τέλος σε όλα αυτά. Την ίδια ώρα, οι στενοί του συνεργάτες στην κυβέρνηση δουλεύουν πάνω σε ένα πρόγραμμα που επιτρέπει σε άτομα με ψυχικές ικανότητες να μπαίνουν στο υποσυνείδητο ατόμων που υποφέρουν από εφιάλτες και να τα βοηθάνε να τους ξεπεράσουν. Του προτείνουν να πάρει μέρος σε αυτό για να τον βοηθήσουν να ανακουφιστεί. Αυτό που δεν ξέρει είναι πως δεν θέλουν με τίποτα να αποσύρει η χώρα τα πυρηνικά και έχουν αρχίσει να τον θεωρούν εθνική απειλή, οπότε σκοπεύουν να τον βγάλουν από τη μέση, σκοτώνωντάς τον μέσα από τα όνειρά του.
Θρίλερ επιστημονικής φαντασίας περισσότερο και λιγότερο τρόμου, κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά με το «Nightmare on the Elm str.» και πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως ο Craven επηρεάστηκε από αυτό. Προσωπικά δεν συμφωνώ καθώς ο Craven είχε έτοιμο το σενάριο και έψαχνε εταιρεία παραγωγής από το 1981, παρόλα αυτά οι συμπτώσεις είναι αρκετές. Έχουν παρόμοια ιστορία (άνθρωποι που πεθαίνουν στα όνειρά τους) κι έναν δολοφόνο που σε μια σκηνή εμφανίζει μεταλλικά νύχια, κάτι σαν τις λεπίδες του Κρούγκερ. Οι διαφορές βέβαια είναι πολλές κι έτσι το κάθε έργο μπορεί να σταθεί από μόνο του. Εδώ έχουμε κυβερνητικά πειράματα, πυρηνικά, τηλεκινητικούς, μυστικές υπηρεσίες που προσπαθούν να αποσπάσουν μυστικά μέσα από τα όνειρα των πολιτικών αντιπάλων τους και άφθονο κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό, πράγματα που ταιριάζουν περισσότερο σε πολιτικό θρίλερ παρά σε ένα καθαρόαιμο έργο τρόμου όπως ήταν ο «Εφιάλτης».
Η ταινία σκιαγραφεί άψογα το ψυχροπολεμικό κλίμα και την παράνοια του κόσμου εκείνης της εποχής απέναντι στον πυρηνικό όλεθρο. Συνδυάζει με πολύ όμορφο τρόπο τον τρόμο με την επιστημονική φαντασία, την δράση και το πολιτικό θρίλερ ενώ από την αρχή μέχρι το τέλος το διακρίνει μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ έτσι ώστε να μην γίνεται ποτέ ιδιαίτερα βαρύ. Με μία πραγματικά πρωτότυπη και έξυπνη για την εποχή της βασική ιδεα (αν εξαιρέσουμε την αντιεπιστημονικότητα του σεναρίου) επηρέασε πολλά μεταγενέστερα blockbusters όπως τα «Matrix», «the Cell» και «Inception». Σκηνοθέτης της ταινίας ο Joseph Ruben («Stepfather», «the Good Son», «Sleeping with the Enemy») και σεναριογράφος ο ίδιος μαζί με τον Chuck Russel και τον David Loughery, ελαφρά επηρεασμένοι από τη νουβέλλα του Roger Zelazny «The Dream Master». Στα θετικά να προσθέσουμε και το εξαιρετικό καστ με τους Max Von Sydow και Christopher Plummer σε βασικούς ρόλους, ενώ οι Dennis Quaid και David Patrick Kelly (Warriors, come out and playyyy...) είναι πολύ καλοί στους ρόλους του καλού και κακού ονειρομάντη αντίστοιχα. Από την άλλη, αν υπάρχει κάτι το αρνητικό σε όλη την εικόνα είναι μάλλον τα ξεπερασμένα πλέον ειδικά εφφέ, όπως και το ότι στο σύνολό της θυμίζει τηλεταινία. Δεν λέω καλός ο Ruben, αλλά στα χέρια κάποιου πιο έμπειρου σκηνοθέτη ίσως τώρα να μιλάγαμε για αριστούργημα. Ένα ξεχασμένο διαμαντάκι που κατά την ταπεινή μου άποψη χρειάζεται ένα καλό remake (Hollywood ακούει; ). Παρόλα αυτά, αν είστε φανς του sci-fi/horror κινηματογράφου της δεκαετίας του '80 πιστεύω πως θα μείνετε ικανοποιημένοι και με το παραπάνω.
Βαθμολογία: 7/10
Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014
Το Ξύπνημα των Θρύλων / Urban Legend (1998)
Σκηνοθεσία: Jamie Blanks
Πρωταγωνιστούν: Jared Leto, Alicia Witt, Rebecca Gayheart, Tara Reid
Συντάκτης: Thodoris KL
To υποείδος των σλάσερς πρωτοεμφανίστηκε δειλά δειλά στις ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του '70, αν και ήταν φανερά επηρεασμένο από τα Ιταλικά gialli και κυρίως από αυτά του Mario Bava. Το πρώτο καθαρόαιμο σλάσερ όμως, όπως τα έχουμε πάνω κάτω στο μυαλό μας, ήρθε από τον Καναδά και ήταν το «Black Christmas» (1974) του Bob Clark, που δυστυχώς δεν βρήκε κινηματογραφική διανομή μέχρι το 1978 και την εμφάνιση του «Halloween» του John Carpenter, μια ταινία επηρεασμένη από το «Black Christmas» αλλά τελικά αυτή που με την επιτυχία της έθεσε τους κανόνες του είδους. Τα σλάσερς γίνανε mainstream την δεκαετία του 80 με ταινίες όπως το «Friday the 13th» (1980) και «A Nightmare on the Elm Street» (1984) και οι φθηνές αντιγραφές κυκλοφορούσαν άνα δεκάδες. Μέχρι τις αρχές των 90's το είδος είχε καταπιεί τον εαυτό του και δεν είχε πλέον κάτι καινούριο να προσφέρει. Όλα αυτά μέχρι το 1996 όταν ο Wes Craven πέτυχε φλέβα χρυσού, χάρις και στο ευφυέστατο σενάριο του Kevin Williamson. To «Scream» μπορεί σαν θρίλερ να μην είχε κάτι το ιδιαίτερο, αλλά το ενδιαφέρον με αυτό ήταν πως με ένα έντονο αυτοπαρωδιακό ύφος, ανανέωνε τις συμβάσεις του είδους μέσα από την υπερχρησιμοποίηση τους. Η ιδέα φαίνεται άρεσε στις νεότερες γενιές των σινεφίλ, η ταινία έσπασε ταμεία και έσβησε από τον χάρτη τις φθηνιάρικες παραγωγές του παρελθόντος. Αυτές όμως δεν εξαφανίστηκαν εντελώς. Μεταλάχθηκαν και πήραν ένα ύφος πιο νεανικό, στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των θεατών της εποχής. Κι έτσι δεκάδες κλώνοι του «Scream» άρχισαν να ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια. Όσοι ήταν έφηβοι την δεκαετία του 90 θα θυμούνται καλά αυτή την κατηγορία ταινιών, άλλοι με νοσταλγία κι άλλοι με απέχθεια. Προσωπικά θεωρώ εκείνη την περίοδο σαν την χειρότερη για τη σκηνή του τρόμου. Οι δημιουργοί τους, υπάλληλοι μεγάλων στούντιο του Hollywood ως επί των πλείστων, απευθυνόντουσαν περισσότερο στην γενιά που μεγάλωνε με Britney Spears και «American Pie» παρά στους παραδοσιακούς σλασεράδες και σπλατεράδες των 70's και 80's που είχαν πλέον καταντήσει γραφικοί. Παρόλα αυτά, στα γενικότερα πλαίσια των ταινιών τρόμου της εποχής κι όχι αποκλειστικά στα σλάσερς, υπήρχαν και κάποια φιλμς που ξεχώριζαν από τον σωρό, είτε γιατί διέθεταν κάποιες έξυπνες ιδέες, είτε γιατί αν δεν τα έπαιρνες και πολύ στα σοβαρά μπορούσες να περάσεις ένα ανάλαφρο δίωρο με την παρέα σου. Πρώτο και καλύτερο το κλασικό «Scream» με τις συνέχειες του, που νομίζω πως παίζουν εκτός συναγωνισμού. Ακολουθεί το παρωχημένο σε σύλληψη, αλλά πιασάρικο «I Know What You Did Last Summer» και το «Final Destination» μια ταινία φτιαγμένη αποκλειστικά για mainstream κοινό, που όμως ήταν βασισμένη σε μια πανέξυπνη και πρωτότυπη σεναριακή ιδέα (καθόλου τυχαίο το γεγονός πως αρχικά προοριζόταν για επεισόδιο των X-Files). Σε κάπως καλύτερα επίπεδα από τα δύο προηγούμενα ήταν το «Faculty» του Robert Rodriguez, μία μοντερνα, εφηβική εκδοχή του «Invasion of the Body Snatchers». Προσωπικά ξεχωρίζω με το ζόρι δυο τρεις ακόμα ταινίες εκείνης της εποχής, αν και δεν πιστεύω πως αξίζουν ειδική αναφορά.
Σφήνα ανάμεσα σε όλα αυτά έμπαινε και το ταινιάκι για το οποίο γίνεται το review. Σκοπός του ήταν να κλέψει λίγη από την δόξα των προαναφερθέντων ταινιών κι αν η δόξα εξαργυρώνεται σε εισιτήρια, τότε τα κατάφερε και με το παραπάνω ! Ο τίτλος του ήταν «Urban Legend» και το ατού του ήταν η κεντρική του ιδέα, η οποία ήταν η εξής: ένας μανιακός αρχίζει να κάνει πράξη τους αστικούς θρύλους που σχετίζονται με μακάβριες δολοφονίες. Αυτοί οι θρύλοι γνωστοί και στην χώρα μας, είτε από στόμα σε στόμα, είτε από το διαδίκτυο, παρουσίαζαν μεγάλο ενδιαφέρον (έστω και από ενημερωτική άποψη) και δίνανε μια νότα πρωτοτυπίας σε ένα κάτα τα άλλα κοινότυπο εγχείρημα. Η ταινία είχε κάτι από το αγωνιώδες κλίμα και την αιματηρή διάθεση των 80's, αλλά τα δάνεια από παλιότερες (και καλύτερες) ταινίες του είδους δεν ήταν και λίγα. Πάντως βλέπεται με ενδιαφέρον θα έλεγα. Διέθετε ένα λαμπερό καστ διάσημων ηθοποιών στα πρώτα τους βήματα, γκεστ εμφανίσεις των θρύλων Robert Englund και Brad Dourif, πολύ καλή φωτογραφία, κάποιες έξυπνες και καλοστημένες σκηνές φόνων κι ένα απίστευτα αγωνιώδες τελευταίο ημίωρο, με συνεχείς ανατροπές σχετικά με την ταυτότητα του δολοφόνου, όσο κι αν η αποκάλυψη του σε συνδυασμό με τα κίνητρά του δεν με έπεισαν ιδιαίτερα.
Σκηνοθέτης της ταινίας ο Αυστραλός Jamie Blanks, ένας μάλλον υποτιμημένος σκηνοθέτης που ειδικεύεται στον τρόμο και αγαπάει το είδος. Εδώ κάνει το ντεμπούτο του στο Hollywood που στέφθηκε με επιτυχία και του δωσε το πράσινο φως για την δεύτερη ταινία του, το «Valentine». Αυτή τη φορά όμως οι εισπράξεις δεν ήταν οι αναμενόμενες, με αποτέλεσμα ο Blanks να πάρει πόδι και να επιστρέψει στην γενέτειρά του. Όμως δεν το έβαλε κάτω. Έχοντας στην διάθεση του λιγότερα μέσα και μικρότερο προϋπολογισμό, αλλά μπόλικη όρεξη και δυνατά σενάρια από τον βετεράνο Everett De Roche, μας έδωσε μερικές ταινίες ατόφιου τρόμου όπως το survival horror «Storm Warning» κι ένα remake του κλασικού Αυστραλέζικου φιλμ «Long Weekend». Κι ίσως έτσι να είναι καλύτερα τελικά.
Το «Urban Legend» είναι μέχρι στιγμής η μεγαλύτερη και πιο εμπορική επιτυχία του, η ταινία που τον έβαλε στον κινηματογραφικό χάρτη. Σήμερα θεωρείται cult από μια μερίδα θεατών που αποτελούσε και το target group εκείνης της εποχής. Οι νεότεροι που μεγάλωσαν με «Saw» και torture porn δεν ξέρω αν θα την εκτιμήσουν το ίδιο. Πάντως είναι μια διασκεδαστική ταινία που σε κανένα σημείο της δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά και σε προτρέπει να κανεις το ίδιο. Προτείνεται σε όσους θέλουν να περάσουν ένα ψυχαγωγικό βράδυ με την παρέα τους, με την συνοδεία των απαραίτητων εδεσμάτων φυσικά (πίτσες, μπύρες) και στους νοσταλγούς των εφηβικών σλάσερς των 90's (αν υπάρχει ακόμα κανένας τέτοιος).
Βαθμολογία: 6/10
Πρωταγωνιστούν: Jared Leto, Alicia Witt, Rebecca Gayheart, Tara Reid
Συντάκτης: Thodoris KL
To υποείδος των σλάσερς πρωτοεμφανίστηκε δειλά δειλά στις ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του '70, αν και ήταν φανερά επηρεασμένο από τα Ιταλικά gialli και κυρίως από αυτά του Mario Bava. Το πρώτο καθαρόαιμο σλάσερ όμως, όπως τα έχουμε πάνω κάτω στο μυαλό μας, ήρθε από τον Καναδά και ήταν το «Black Christmas» (1974) του Bob Clark, που δυστυχώς δεν βρήκε κινηματογραφική διανομή μέχρι το 1978 και την εμφάνιση του «Halloween» του John Carpenter, μια ταινία επηρεασμένη από το «Black Christmas» αλλά τελικά αυτή που με την επιτυχία της έθεσε τους κανόνες του είδους. Τα σλάσερς γίνανε mainstream την δεκαετία του 80 με ταινίες όπως το «Friday the 13th» (1980) και «A Nightmare on the Elm Street» (1984) και οι φθηνές αντιγραφές κυκλοφορούσαν άνα δεκάδες. Μέχρι τις αρχές των 90's το είδος είχε καταπιεί τον εαυτό του και δεν είχε πλέον κάτι καινούριο να προσφέρει. Όλα αυτά μέχρι το 1996 όταν ο Wes Craven πέτυχε φλέβα χρυσού, χάρις και στο ευφυέστατο σενάριο του Kevin Williamson. To «Scream» μπορεί σαν θρίλερ να μην είχε κάτι το ιδιαίτερο, αλλά το ενδιαφέρον με αυτό ήταν πως με ένα έντονο αυτοπαρωδιακό ύφος, ανανέωνε τις συμβάσεις του είδους μέσα από την υπερχρησιμοποίηση τους. Η ιδέα φαίνεται άρεσε στις νεότερες γενιές των σινεφίλ, η ταινία έσπασε ταμεία και έσβησε από τον χάρτη τις φθηνιάρικες παραγωγές του παρελθόντος. Αυτές όμως δεν εξαφανίστηκαν εντελώς. Μεταλάχθηκαν και πήραν ένα ύφος πιο νεανικό, στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των θεατών της εποχής. Κι έτσι δεκάδες κλώνοι του «Scream» άρχισαν να ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια. Όσοι ήταν έφηβοι την δεκαετία του 90 θα θυμούνται καλά αυτή την κατηγορία ταινιών, άλλοι με νοσταλγία κι άλλοι με απέχθεια. Προσωπικά θεωρώ εκείνη την περίοδο σαν την χειρότερη για τη σκηνή του τρόμου. Οι δημιουργοί τους, υπάλληλοι μεγάλων στούντιο του Hollywood ως επί των πλείστων, απευθυνόντουσαν περισσότερο στην γενιά που μεγάλωνε με Britney Spears και «American Pie» παρά στους παραδοσιακούς σλασεράδες και σπλατεράδες των 70's και 80's που είχαν πλέον καταντήσει γραφικοί. Παρόλα αυτά, στα γενικότερα πλαίσια των ταινιών τρόμου της εποχής κι όχι αποκλειστικά στα σλάσερς, υπήρχαν και κάποια φιλμς που ξεχώριζαν από τον σωρό, είτε γιατί διέθεταν κάποιες έξυπνες ιδέες, είτε γιατί αν δεν τα έπαιρνες και πολύ στα σοβαρά μπορούσες να περάσεις ένα ανάλαφρο δίωρο με την παρέα σου. Πρώτο και καλύτερο το κλασικό «Scream» με τις συνέχειες του, που νομίζω πως παίζουν εκτός συναγωνισμού. Ακολουθεί το παρωχημένο σε σύλληψη, αλλά πιασάρικο «I Know What You Did Last Summer» και το «Final Destination» μια ταινία φτιαγμένη αποκλειστικά για mainstream κοινό, που όμως ήταν βασισμένη σε μια πανέξυπνη και πρωτότυπη σεναριακή ιδέα (καθόλου τυχαίο το γεγονός πως αρχικά προοριζόταν για επεισόδιο των X-Files). Σε κάπως καλύτερα επίπεδα από τα δύο προηγούμενα ήταν το «Faculty» του Robert Rodriguez, μία μοντερνα, εφηβική εκδοχή του «Invasion of the Body Snatchers». Προσωπικά ξεχωρίζω με το ζόρι δυο τρεις ακόμα ταινίες εκείνης της εποχής, αν και δεν πιστεύω πως αξίζουν ειδική αναφορά.
Σφήνα ανάμεσα σε όλα αυτά έμπαινε και το ταινιάκι για το οποίο γίνεται το review. Σκοπός του ήταν να κλέψει λίγη από την δόξα των προαναφερθέντων ταινιών κι αν η δόξα εξαργυρώνεται σε εισιτήρια, τότε τα κατάφερε και με το παραπάνω ! Ο τίτλος του ήταν «Urban Legend» και το ατού του ήταν η κεντρική του ιδέα, η οποία ήταν η εξής: ένας μανιακός αρχίζει να κάνει πράξη τους αστικούς θρύλους που σχετίζονται με μακάβριες δολοφονίες. Αυτοί οι θρύλοι γνωστοί και στην χώρα μας, είτε από στόμα σε στόμα, είτε από το διαδίκτυο, παρουσίαζαν μεγάλο ενδιαφέρον (έστω και από ενημερωτική άποψη) και δίνανε μια νότα πρωτοτυπίας σε ένα κάτα τα άλλα κοινότυπο εγχείρημα. Η ταινία είχε κάτι από το αγωνιώδες κλίμα και την αιματηρή διάθεση των 80's, αλλά τα δάνεια από παλιότερες (και καλύτερες) ταινίες του είδους δεν ήταν και λίγα. Πάντως βλέπεται με ενδιαφέρον θα έλεγα. Διέθετε ένα λαμπερό καστ διάσημων ηθοποιών στα πρώτα τους βήματα, γκεστ εμφανίσεις των θρύλων Robert Englund και Brad Dourif, πολύ καλή φωτογραφία, κάποιες έξυπνες και καλοστημένες σκηνές φόνων κι ένα απίστευτα αγωνιώδες τελευταίο ημίωρο, με συνεχείς ανατροπές σχετικά με την ταυτότητα του δολοφόνου, όσο κι αν η αποκάλυψη του σε συνδυασμό με τα κίνητρά του δεν με έπεισαν ιδιαίτερα.
Σκηνοθέτης της ταινίας ο Αυστραλός Jamie Blanks, ένας μάλλον υποτιμημένος σκηνοθέτης που ειδικεύεται στον τρόμο και αγαπάει το είδος. Εδώ κάνει το ντεμπούτο του στο Hollywood που στέφθηκε με επιτυχία και του δωσε το πράσινο φως για την δεύτερη ταινία του, το «Valentine». Αυτή τη φορά όμως οι εισπράξεις δεν ήταν οι αναμενόμενες, με αποτέλεσμα ο Blanks να πάρει πόδι και να επιστρέψει στην γενέτειρά του. Όμως δεν το έβαλε κάτω. Έχοντας στην διάθεση του λιγότερα μέσα και μικρότερο προϋπολογισμό, αλλά μπόλικη όρεξη και δυνατά σενάρια από τον βετεράνο Everett De Roche, μας έδωσε μερικές ταινίες ατόφιου τρόμου όπως το survival horror «Storm Warning» κι ένα remake του κλασικού Αυστραλέζικου φιλμ «Long Weekend». Κι ίσως έτσι να είναι καλύτερα τελικά.
Το «Urban Legend» είναι μέχρι στιγμής η μεγαλύτερη και πιο εμπορική επιτυχία του, η ταινία που τον έβαλε στον κινηματογραφικό χάρτη. Σήμερα θεωρείται cult από μια μερίδα θεατών που αποτελούσε και το target group εκείνης της εποχής. Οι νεότεροι που μεγάλωσαν με «Saw» και torture porn δεν ξέρω αν θα την εκτιμήσουν το ίδιο. Πάντως είναι μια διασκεδαστική ταινία που σε κανένα σημείο της δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά και σε προτρέπει να κανεις το ίδιο. Προτείνεται σε όσους θέλουν να περάσουν ένα ψυχαγωγικό βράδυ με την παρέα τους, με την συνοδεία των απαραίτητων εδεσμάτων φυσικά (πίτσες, μπύρες) και στους νοσταλγούς των εφηβικών σλάσερς των 90's (αν υπάρχει ακόμα κανένας τέτοιος).
Βαθμολογία: 6/10
Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014
Φρικιά Διψασμένα για Αίμα / Bloodsucking Freaks (1976)
a/k/a The Incredible Torture Show
Σκηνοθεσία: Joel M. Reed
Πρωταγωνιστούν: Seamus O'Brien, Luis De Jesus, Viju Krem
Συντάκτης: Thodoris KL
Με μια βασική ιδέα φόρο τιμής στο θρυλικό Γαλλικό θέατρο The Grand Guignol, η συγκεκριμένη ταινία περιέχει αιματηρές σκηνές που σπάνια βλέπουμε στην οθόνη - αηδιαστικές, κανιβαλιστικές σκηνές !
Ένας θεότρελος ιμπρεσάριος μαζί με τον βοηθό του, τον νάνο Ralphus διατηρoύν ένα θέατρο εκτός Μπρόντγουει, ένα θεατράκι του τρόμου στο κέντρο της Νέας Υόρκης, στο οποίο κάθε βράδυ αναπαρίστανται σκηνές βασανιστηρίων και δολοφονιών έφηβων κοριτσιών, προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού της αστικής τάξης. Η επιτυχία τους οφείλεται κάτα κύριο λόγο στην αληθοφάνεια των αναπαραστάσεων. Παράλληλα, κύμα απαγωγών από συμμορίες οργανωμένου εγκλήματος ανησυχεί τις αρχές του Μανχάταν και στην προσπάθειά τους να εξιχνιάσουν το μυστήριο, θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια φρικιαστική πραγματικότητα: όσα συμβαίνουν στην σκηνή του θεάτρου δεν είναι σκηνοθετημένα, αλλά 100% αληθινά. Επιπλέον, τα γυμνά κορίτσια που βασανίζονται, διαμελίζονται και ακόμη και σκοτώνονται κατά τη διάρκεια των παραστάσεων δεν είναι ηθοποιοί, αλλά θύματα απαγωγής που έχουν μετατραπεί σε σκλάβες. Ο ιμπρεσάριος και ο βοηθός του εμπλέκονται σε εμπόριο λευκής σαρκός και κρατάνε τα κορίτσια αιχμάλωτα, ημίγυμνά μέσα σε κλουβιά στο υπόγειο του θεάτρου. Η απομόνωση, τα σαδιστικά βασανιστήρια σε καθημερινή βάση και η πλύση εγκεφάλου τα έχουν μετατρέψει σε μία μάζα άγριων, πρωτόγονων φρικιών που διψάει για εκδίκηση και αίμα, κι αυτή η ώρα δεν θα αργήσει να 'ρθει.
Αρρωστημένο στόρυ, ξέρω...το αποτέλεσμα βέβαια ίσως και να μην ήταν το αναμενόμενο και θα δούμε στην πορεία το γιατί.
Kαταρχάς, για όσους γνωρίζουν τον Necro να πω πως σύμφωνα με δηλώσεις του, πρόκειται για την αγαπημένη του ταινία. Στο clip του White Slavery μάλιστα, αποτίει φόρο τιμής σε αυτήν. Οπότε μέσες άκρες καταλαβαίνεται περί τίνος πρόκειται...
Τα «Φρικιά» λοιπόν είναι η απόλυτη no budget καφρίλα των 70's και μία από τις πιο απωθητικές ταινίες τρόμου στην ιστορία του κινηματογράφου, ένα όργιο σαδoμαζοχισμού, μισογυνισμού και κακογουστιάς. Camp χιούμορ, ανύπαρκτη πλοκή, αστείες ερμηνείες, φθηνιάρικα εφέ, άφθονο αίμα και γυμνό και το κερασάκι στην τούρτα, ένας σατανικός νάνος που θα σας στοιχειώσει και θα σας κάνει να ξεχάσετε την καλή εικόνα που είχατε σχηματίσει για αυτούς από τα παραμυθάκια των αδερφών Γκριμ. Οι μέθοδοι βασανισμών περιλαμβάνουν πλύση εγκεφάλου, κρανία που συνθλίβονται από μέγγενη, κομμένα άκρα, ηλεκτροσόκ, εξαγωγή δοντιών, αποκεφαλισμό με γκιλοτίνα, μαστιγώματα, τεμαχισμούς, ακρωτηριασμούς με αλυσοπρίονα, μια σταύρωση και μία σοκαριστική σκηνή στο φινάλε όπου το κρανίο του πρωταγωνιστή ανοίγεται στα δύο με ένα ηλεκτρικό τρυπάνι και ο δράστης ρουφάει τα μυαλά του με ένα καλαμάκι...
Ωμή ανθρώπινη σάρκα καταβροχθίζεται πρόθυμα από αιμοδιψή τέρατα επιδιδόμενα σ' ένα όργιο φρίκης και διαστροφής που -παρ' όλα αυτά- ενθουσίασε και ενθουσιάζει τους απανταχού λάτρεις του είδους!
Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο, αφού αυτή είναι όλη η ταινία, τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Τώρα αν αυτό είναι καλό ή κακό, ας το κρίνει ο καθένας ξεχωριστά.
Προβλήθηκε στους κινηματογράφους το 1976, με τον τίτλο «The Incredible Torture Show». Aργότερα, η εταιρία διανομής Troma Entertainment άλλαξε τον τίτλο σε «Bloodsucking Freaks». Στην εποχή της προκάλεσε αίσθηση, πέρασε στην σφαίρα του cult και η δημόσια προβολή της σταμάτησε επειδή επέσυρε την οργή της Women Against Pornography. Η επιρροή της σε ταινίες του είδους τεράστια. Κάποιοι την είδαν σαν ένα ρεαλιστικό θρίλερ που περιέγραφε καταστάσεις που συμβαίνουν στα κυκλωματα της μαφίας (κάτι που ισχύει, εν μέρει) και κάποιοι άλλοι σαν μια συραφή βίαιων και σιχαμερών σκηνών χωρίς καμία συνοχή μεταξύ τους (επίσης ισχύει). Λίγο καιρό μετά το τέλος των γυρισμάτων, δύο εκ των πρωταγωνιστών, ο Seamus O'Brien και η Viju Krem δολοφονήθηκαν βίαια από αγνώστους, γεγονός που συνέβαλε στην ήδη κακή φήμη της ταινίας.
Παρόλα αυτά σήμερα βλέπεται πιο ψύχραιμα, σαν μια ένοχη grindhouse απόλαυση, που προκαλεί περισσότερο γέλιο, παρά φρίκη ή τρόμο. Aυστηρά και μόνο για φανς του trash και για όσους μπορούν να εκτιμήσουν την αξία του διεστραμένου χιούμορ. Γιατί σίγουρα η θέαση της απαιτεί χιούμορ, αλλά καλού κακού έχετε πρόχειρη και μια σακούλα για τον εμετό κάπου εκεί γύρω...
Βαθμολογία: 5/10
Σκηνοθεσία: Joel M. Reed
Πρωταγωνιστούν: Seamus O'Brien, Luis De Jesus, Viju Krem
Συντάκτης: Thodoris KL
Με μια βασική ιδέα φόρο τιμής στο θρυλικό Γαλλικό θέατρο The Grand Guignol, η συγκεκριμένη ταινία περιέχει αιματηρές σκηνές που σπάνια βλέπουμε στην οθόνη - αηδιαστικές, κανιβαλιστικές σκηνές !
Ένας θεότρελος ιμπρεσάριος μαζί με τον βοηθό του, τον νάνο Ralphus διατηρoύν ένα θέατρο εκτός Μπρόντγουει, ένα θεατράκι του τρόμου στο κέντρο της Νέας Υόρκης, στο οποίο κάθε βράδυ αναπαρίστανται σκηνές βασανιστηρίων και δολοφονιών έφηβων κοριτσιών, προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού της αστικής τάξης. Η επιτυχία τους οφείλεται κάτα κύριο λόγο στην αληθοφάνεια των αναπαραστάσεων. Παράλληλα, κύμα απαγωγών από συμμορίες οργανωμένου εγκλήματος ανησυχεί τις αρχές του Μανχάταν και στην προσπάθειά τους να εξιχνιάσουν το μυστήριο, θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια φρικιαστική πραγματικότητα: όσα συμβαίνουν στην σκηνή του θεάτρου δεν είναι σκηνοθετημένα, αλλά 100% αληθινά. Επιπλέον, τα γυμνά κορίτσια που βασανίζονται, διαμελίζονται και ακόμη και σκοτώνονται κατά τη διάρκεια των παραστάσεων δεν είναι ηθοποιοί, αλλά θύματα απαγωγής που έχουν μετατραπεί σε σκλάβες. Ο ιμπρεσάριος και ο βοηθός του εμπλέκονται σε εμπόριο λευκής σαρκός και κρατάνε τα κορίτσια αιχμάλωτα, ημίγυμνά μέσα σε κλουβιά στο υπόγειο του θεάτρου. Η απομόνωση, τα σαδιστικά βασανιστήρια σε καθημερινή βάση και η πλύση εγκεφάλου τα έχουν μετατρέψει σε μία μάζα άγριων, πρωτόγονων φρικιών που διψάει για εκδίκηση και αίμα, κι αυτή η ώρα δεν θα αργήσει να 'ρθει.
Αρρωστημένο στόρυ, ξέρω...το αποτέλεσμα βέβαια ίσως και να μην ήταν το αναμενόμενο και θα δούμε στην πορεία το γιατί.
Kαταρχάς, για όσους γνωρίζουν τον Necro να πω πως σύμφωνα με δηλώσεις του, πρόκειται για την αγαπημένη του ταινία. Στο clip του White Slavery μάλιστα, αποτίει φόρο τιμής σε αυτήν. Οπότε μέσες άκρες καταλαβαίνεται περί τίνος πρόκειται...
Τα «Φρικιά» λοιπόν είναι η απόλυτη no budget καφρίλα των 70's και μία από τις πιο απωθητικές ταινίες τρόμου στην ιστορία του κινηματογράφου, ένα όργιο σαδoμαζοχισμού, μισογυνισμού και κακογουστιάς. Camp χιούμορ, ανύπαρκτη πλοκή, αστείες ερμηνείες, φθηνιάρικα εφέ, άφθονο αίμα και γυμνό και το κερασάκι στην τούρτα, ένας σατανικός νάνος που θα σας στοιχειώσει και θα σας κάνει να ξεχάσετε την καλή εικόνα που είχατε σχηματίσει για αυτούς από τα παραμυθάκια των αδερφών Γκριμ. Οι μέθοδοι βασανισμών περιλαμβάνουν πλύση εγκεφάλου, κρανία που συνθλίβονται από μέγγενη, κομμένα άκρα, ηλεκτροσόκ, εξαγωγή δοντιών, αποκεφαλισμό με γκιλοτίνα, μαστιγώματα, τεμαχισμούς, ακρωτηριασμούς με αλυσοπρίονα, μια σταύρωση και μία σοκαριστική σκηνή στο φινάλε όπου το κρανίο του πρωταγωνιστή ανοίγεται στα δύο με ένα ηλεκτρικό τρυπάνι και ο δράστης ρουφάει τα μυαλά του με ένα καλαμάκι...
Ωμή ανθρώπινη σάρκα καταβροχθίζεται πρόθυμα από αιμοδιψή τέρατα επιδιδόμενα σ' ένα όργιο φρίκης και διαστροφής που -παρ' όλα αυτά- ενθουσίασε και ενθουσιάζει τους απανταχού λάτρεις του είδους!
Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο, αφού αυτή είναι όλη η ταινία, τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Τώρα αν αυτό είναι καλό ή κακό, ας το κρίνει ο καθένας ξεχωριστά.
Προβλήθηκε στους κινηματογράφους το 1976, με τον τίτλο «The Incredible Torture Show». Aργότερα, η εταιρία διανομής Troma Entertainment άλλαξε τον τίτλο σε «Bloodsucking Freaks». Στην εποχή της προκάλεσε αίσθηση, πέρασε στην σφαίρα του cult και η δημόσια προβολή της σταμάτησε επειδή επέσυρε την οργή της Women Against Pornography. Η επιρροή της σε ταινίες του είδους τεράστια. Κάποιοι την είδαν σαν ένα ρεαλιστικό θρίλερ που περιέγραφε καταστάσεις που συμβαίνουν στα κυκλωματα της μαφίας (κάτι που ισχύει, εν μέρει) και κάποιοι άλλοι σαν μια συραφή βίαιων και σιχαμερών σκηνών χωρίς καμία συνοχή μεταξύ τους (επίσης ισχύει). Λίγο καιρό μετά το τέλος των γυρισμάτων, δύο εκ των πρωταγωνιστών, ο Seamus O'Brien και η Viju Krem δολοφονήθηκαν βίαια από αγνώστους, γεγονός που συνέβαλε στην ήδη κακή φήμη της ταινίας.
Παρόλα αυτά σήμερα βλέπεται πιο ψύχραιμα, σαν μια ένοχη grindhouse απόλαυση, που προκαλεί περισσότερο γέλιο, παρά φρίκη ή τρόμο. Aυστηρά και μόνο για φανς του trash και για όσους μπορούν να εκτιμήσουν την αξία του διεστραμένου χιούμορ. Γιατί σίγουρα η θέαση της απαιτεί χιούμορ, αλλά καλού κακού έχετε πρόχειρη και μια σακούλα για τον εμετό κάπου εκεί γύρω...
Βαθμολογία: 5/10
Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014
Τρωγλοδύτες / Troglodytes (2011)
Σκηνοθεσία: Θάνος Κερμίτσης
Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Ρουμπούλιας, Ευτέρπη Παπαευθυμίου, Κώστας Κρίτσαλος, Θάνος Λιάκος, Δημήτρης Σταμούλης, Νίκος Σταθάκης, Κώστας Περίσσης, Γιώργος Κτιστάκης, Αντώνης Κουτελιάς, Θάνος Κερμίτσης, Κωσταντίνος Καλογρίδης, Νίκος Μανουσάκης
Συντάκτης: Thodoris KL
Στο γραφείο μιας ψυχολόγου, ένας Βετεράνος πολέμου αρχίζει να εξιστορεί τις ανείπωτες ως τώρα πολεμικές του εμπειρίες....
Μια φρικτή ιστορία θα αποκαλυφθεί....γιατί πολλές φορές, η φρίκη σε ακολουθεί ακόμα και όταν όλα έχουν τελειώσει....
Ελληνική ταινία μικρού μήκους σε παραγωγή της Underworld Films, μία από τις πολλές κινηματογραφικές ομάδες που συσπειρώνονται κάτω από την ομπρέλα της Chainfree και αυτή που πριν από μερικά χρόνια μας έδωσε τον low budget «Aδάμαστο», την πρώτη ελληνική ταινία επικής φαντασίας βασισμένη σε κόμικ. Οι «Τρωγλοδύτες» είναι μία από τις παλιότερες δουλειές τους, αυτές που τους κάνανε περισσότερο γνωστούς στο ελληνικό και το διεθνές κοινό. Το σενάριο και η σκηνοθεσία είναι του Θάνου Κερμίτση και σε μεγάλο βαθμό έχει επηρρεαστεί από την ιστορία «Tunnel Rats» του Gordon Rennie που διαβάσαμε στο περιοδικό της DC «Weird War Tales» το 1997.
Αν έπρεπε να κατηγοριοποιήσουμε την ταινία, θα λέγαμε πως ανήκει στο υποείδος του war horror, στα βήματα των κλασικών «Jacob's Ladder», «The Keep» κλπ. Σε αυτού του τύπου τις ταινίες, τα ψυχικά τραύματα όσων βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης, συνδυάζονται με τον ψυχολογικό τρόμο και την έμφυτη φοβία του ανθρώπου για το άγνωστο και τον θάνατο, κάνοντάς μας να αμφιβάλουμε για το κατά πόσο όσα διαδραματίζονται στην οθόνη μας είναι αληθινά ή απλά εφιάλτες από το παρελθόν ενός ανθρώπου που βίωσε την φρίκη και την αγριότητα του πολέμου στον έσχατο βαθμό. Και η συγκεκριμένη δεν διαφοροποιείται από τις προηγούμενες. Κλίμα μυστηρίου και αυθεντικός τρόμος, που όσο περνάει η ώρα και αρχίζουν οι αποκαλύψεις αντί να καταλαγιάζει γίνεται εντονότερος, ωραία αναπαράσταση ενός πολεμικού σκηνικού (δεν γνωρίζω που ακριβώς γίνανε τα γυρίσματα, αλλά έπειθε σαν κάποια ζούγκλα του Βιετνάμ ή κάτι τέτοιο) και σωστή χρήση των ψηφιακών εφέ, φειδωλή, με γρήγορο μοντάζ, ώστε να μην καταντάει καρτουνίστικο το αποτέλεσμα. Αυτοί είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους αξίζει να δείτε τους «Τρωγλοδύτες». Στα θετικά να προσθέσω και την εμφάνιση του Γιάννη ''Rubus'' Ρουμπούλια στον ρόλο του παλαίμαχου στρατιωτικού, που χωρίς να διεκδικεί δάφνες για την ερμηνεία του, παραμένει αξιοπρεπής και γενικά μετά από τον ρόλο του στον «Πανίσχυρο Μεγιστάνα των Νίντζα» χαίρομαι να τον βλέπω όπου κι αν συμμετέχει. Το μόνο αρνητικό που μπόρεσα να εντοπίσω είναι πως η ταινία αναπαράγει όλα τα κλισέ των πολεμικών ταινιών του εξωτερικού που έχουμε δει στο παρελθόν, χωρίς να προσθέτει κάτι πραγματικά δικό της στο είδος. Η προσπάθεια τους να δούμε ένα διασκεδαστικό και εμπορικό σινεμά «είδους» στην χώρα μας, πέρα από σεξοκωμωδίες και μελοδράματα, είναι αξιέπαινη, αλλά θα προτιμούσα αυτό το cinema να έχει και την δική του ταυτότητα κι όχι απλά να αντιγράφει ό,τι μας έρχεται από το Hollywood. Αντιλαμβάνομαι βέβαια πως ακόμα βρισκόμαστε σε πρώιμο στάδιο, πρώτο μέλημα των Ελλήνων κινηματογραφιστών θα έπρεπε να είναι η αναζωογόνηση του Ελληνικού κινηματογράφου και η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος από πλευράς των θεατών για αυτόν. Τα υπόλοιπα έπονται.
Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο, έτσι κι αλλιώς δεν θα αναφερόμουν ποτέ σε κάποια ταινία μικρού μήκους με σκοπό να την κριτικάρω, παρα μόνο για να την προτείνω σε όσους δεν την έχουν δει, και σπάνια θα καθόμουν να κάνω εσκεμμένα αναφορά σε κάτι που δεν μου άρεσε καθόλου, αν και καμιά φορά πρέπει να γίνεται κι αυτό γιατί αλλιώς δεν θα είχαν νόημα οι (ούτως ή άλλως συμβατικοί) αξιολογικοί χαρακτηρισμοί. Οι «Τρωγλοδύτες» σε καμία περίπτωση δεν είναι αριστούργημα, αλλά δεδομένου του χαμηλού προυπολογισμού που είχαν στην διάθεσή τους τα παιδιά κάνανε καλή δουλειά και μπράβο τους. Οι τιμητικές διακρίσεις στα φεστιβάλ ανα τον κόσμο το αποδεικνύουν.
Άποψη μου: Δείτε την, όπως και τις υπόλοιπες ταινίες τους και στηρίξτε την προσπάθειά τους γιατί αξίζει !
Οι «Τρωγλοδύτες» έχουν ολοκληρώσει τον φεστιβαλικό τους κύκλο και πλέον μπορείτε να τους παρακολουθήσετε στο διαδίκτυο. Ενδεικτικά παραθέτω τα παρακάτω λινκς:
Troglodytes @Youtube
Troglodytes @Vimeo
Η ταινία στο Facebook
H ιστοσελίδα των Underworld Films
Το blog της Chainfree
Βαθμολογία: Δεν υπάρχει λόγος για κάτι τέτοιο, απλά την προτείνω, όποιος θέλει ας την δει κι ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Ρουμπούλιας, Ευτέρπη Παπαευθυμίου, Κώστας Κρίτσαλος, Θάνος Λιάκος, Δημήτρης Σταμούλης, Νίκος Σταθάκης, Κώστας Περίσσης, Γιώργος Κτιστάκης, Αντώνης Κουτελιάς, Θάνος Κερμίτσης, Κωσταντίνος Καλογρίδης, Νίκος Μανουσάκης
Συντάκτης: Thodoris KL
Στο γραφείο μιας ψυχολόγου, ένας Βετεράνος πολέμου αρχίζει να εξιστορεί τις ανείπωτες ως τώρα πολεμικές του εμπειρίες....
Μια φρικτή ιστορία θα αποκαλυφθεί....γιατί πολλές φορές, η φρίκη σε ακολουθεί ακόμα και όταν όλα έχουν τελειώσει....
Ελληνική ταινία μικρού μήκους σε παραγωγή της Underworld Films, μία από τις πολλές κινηματογραφικές ομάδες που συσπειρώνονται κάτω από την ομπρέλα της Chainfree και αυτή που πριν από μερικά χρόνια μας έδωσε τον low budget «Aδάμαστο», την πρώτη ελληνική ταινία επικής φαντασίας βασισμένη σε κόμικ. Οι «Τρωγλοδύτες» είναι μία από τις παλιότερες δουλειές τους, αυτές που τους κάνανε περισσότερο γνωστούς στο ελληνικό και το διεθνές κοινό. Το σενάριο και η σκηνοθεσία είναι του Θάνου Κερμίτση και σε μεγάλο βαθμό έχει επηρρεαστεί από την ιστορία «Tunnel Rats» του Gordon Rennie που διαβάσαμε στο περιοδικό της DC «Weird War Tales» το 1997.
Αν έπρεπε να κατηγοριοποιήσουμε την ταινία, θα λέγαμε πως ανήκει στο υποείδος του war horror, στα βήματα των κλασικών «Jacob's Ladder», «The Keep» κλπ. Σε αυτού του τύπου τις ταινίες, τα ψυχικά τραύματα όσων βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης, συνδυάζονται με τον ψυχολογικό τρόμο και την έμφυτη φοβία του ανθρώπου για το άγνωστο και τον θάνατο, κάνοντάς μας να αμφιβάλουμε για το κατά πόσο όσα διαδραματίζονται στην οθόνη μας είναι αληθινά ή απλά εφιάλτες από το παρελθόν ενός ανθρώπου που βίωσε την φρίκη και την αγριότητα του πολέμου στον έσχατο βαθμό. Και η συγκεκριμένη δεν διαφοροποιείται από τις προηγούμενες. Κλίμα μυστηρίου και αυθεντικός τρόμος, που όσο περνάει η ώρα και αρχίζουν οι αποκαλύψεις αντί να καταλαγιάζει γίνεται εντονότερος, ωραία αναπαράσταση ενός πολεμικού σκηνικού (δεν γνωρίζω που ακριβώς γίνανε τα γυρίσματα, αλλά έπειθε σαν κάποια ζούγκλα του Βιετνάμ ή κάτι τέτοιο) και σωστή χρήση των ψηφιακών εφέ, φειδωλή, με γρήγορο μοντάζ, ώστε να μην καταντάει καρτουνίστικο το αποτέλεσμα. Αυτοί είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους αξίζει να δείτε τους «Τρωγλοδύτες». Στα θετικά να προσθέσω και την εμφάνιση του Γιάννη ''Rubus'' Ρουμπούλια στον ρόλο του παλαίμαχου στρατιωτικού, που χωρίς να διεκδικεί δάφνες για την ερμηνεία του, παραμένει αξιοπρεπής και γενικά μετά από τον ρόλο του στον «Πανίσχυρο Μεγιστάνα των Νίντζα» χαίρομαι να τον βλέπω όπου κι αν συμμετέχει. Το μόνο αρνητικό που μπόρεσα να εντοπίσω είναι πως η ταινία αναπαράγει όλα τα κλισέ των πολεμικών ταινιών του εξωτερικού που έχουμε δει στο παρελθόν, χωρίς να προσθέτει κάτι πραγματικά δικό της στο είδος. Η προσπάθεια τους να δούμε ένα διασκεδαστικό και εμπορικό σινεμά «είδους» στην χώρα μας, πέρα από σεξοκωμωδίες και μελοδράματα, είναι αξιέπαινη, αλλά θα προτιμούσα αυτό το cinema να έχει και την δική του ταυτότητα κι όχι απλά να αντιγράφει ό,τι μας έρχεται από το Hollywood. Αντιλαμβάνομαι βέβαια πως ακόμα βρισκόμαστε σε πρώιμο στάδιο, πρώτο μέλημα των Ελλήνων κινηματογραφιστών θα έπρεπε να είναι η αναζωογόνηση του Ελληνικού κινηματογράφου και η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος από πλευράς των θεατών για αυτόν. Τα υπόλοιπα έπονται.
Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο, έτσι κι αλλιώς δεν θα αναφερόμουν ποτέ σε κάποια ταινία μικρού μήκους με σκοπό να την κριτικάρω, παρα μόνο για να την προτείνω σε όσους δεν την έχουν δει, και σπάνια θα καθόμουν να κάνω εσκεμμένα αναφορά σε κάτι που δεν μου άρεσε καθόλου, αν και καμιά φορά πρέπει να γίνεται κι αυτό γιατί αλλιώς δεν θα είχαν νόημα οι (ούτως ή άλλως συμβατικοί) αξιολογικοί χαρακτηρισμοί. Οι «Τρωγλοδύτες» σε καμία περίπτωση δεν είναι αριστούργημα, αλλά δεδομένου του χαμηλού προυπολογισμού που είχαν στην διάθεσή τους τα παιδιά κάνανε καλή δουλειά και μπράβο τους. Οι τιμητικές διακρίσεις στα φεστιβάλ ανα τον κόσμο το αποδεικνύουν.
Άποψη μου: Δείτε την, όπως και τις υπόλοιπες ταινίες τους και στηρίξτε την προσπάθειά τους γιατί αξίζει !
Οι «Τρωγλοδύτες» έχουν ολοκληρώσει τον φεστιβαλικό τους κύκλο και πλέον μπορείτε να τους παρακολουθήσετε στο διαδίκτυο. Ενδεικτικά παραθέτω τα παρακάτω λινκς:
Troglodytes @Youtube
Troglodytes @Vimeo
Η ταινία στο Facebook
H ιστοσελίδα των Underworld Films
Το blog της Chainfree
Βαθμολογία: Δεν υπάρχει λόγος για κάτι τέτοιο, απλά την προτείνω, όποιος θέλει ας την δει κι ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014
Ο Δολοφόνος με το Τρυπάνι / The Driller Killer (1979)
Σκηνοθεσία: Abel FerraraΠρωταγωνιστούν: Abel Ferrara, Carolyn Marz, Baybi Day
Συντάκτης: Thodoris KL
Γνωστή στα ελληνικά και ως «Ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Τρυπάνι» και
«Στην Φωλιά του Σχιζοφρενή»
Eν αναμονή της τελευταίας ταινίας του Abel Ferrara με τίτλο «Pasolini» που ερευνά τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατό του διάσημου Ιταλού σκηνοθέτη, ας θυμηθούμε κι αυτό το ταινιάκι που τον έβαλε για τα καλά στον κινηματογραφικό χάρτη πριν από 35 χρόνια.
Η υπόθεση έχει ως εξής: Καλλιτέχνης του περιθωρίου που ζει σε κακόφημη συνοικία της Νέας Υόρκης με την γκόμενα του και την γκόμενα της γκόμενας του (!) οδηγείται σταδιακά στην παράνοια ώσπου στο τέλος ξεχύνεται στους δρόμους σκοτώνωντας όποιον βρει μπροστά του με ένα ηλεκτρικό τρυπάνι. Aιτία για όλα αυτά, η κακή οικονομική του κατάσταση, το ταλέντο του που δεν αναγνωρίζεται από κανέναν και το punk συγκρότημα του Tony Coca Cola και των Roosters (πραγματική μπάντα) που εγκαθίσταται στην πολυκατοικία του και προβάρει σε ώρες κοινής ησυχίας και μη.
To «Driller Killer» είναι μία χαμηλού προϋπολογισμού, ανεξάρτητη ταινία με ένα cast άγνωστων ηθοποιών, σε παραγωγή της εταιρίας του Ferrara, Navaron Films. Eίναι η πρώτη απόπειρα του σκηνοθέτη για μεγάλου μήκους ταινία, μετά από μια σειρά shorts και ένα ερωτικό βίντεο στο οποίο πρωταγωνιστούσε αυτός με την τότε γκόμενα του. Γυρίστηκε σε φιλμ 16 χιλιοστών, στο διαμέρισμα του Ferrara και στους γειτονικούς δρόμους και όσοι είστε εξοικοιωμένοι με το cinema που υπηρετεί, θα παρατηρήσετε πολλά από τα στοιχεία που έγιναν σήματα κατατεθέν στις μετέπειτα δημιουργίες του, όπως: σκηνοθεσία που ισορροπεί ανάμεσα σε grindhouse και arthouse καταβολές, υπόκοσμος, η Νέα Υόρκη σε σήψη, νυχτερινά πλάνα, ένα εκλεκτικό soundtrack που συνδυάζει κομμάτια της εποχής με κλασική μουσική, σκηνές ακραίας βίας και φιλοσοφικά ή θρησκευτικά θέματα που έχουν να κάνουν με την λύτρωση, την σωτηρία και την καταδίκη.
Στην εποχή της λογοκρίθηκε αυστηρά, απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες του κόσμου και στις αρχές των 80's μπήκε στην διαβόητη λίστα των video-nasties (ταινίες που τελούν υπό απαγόρευση στην Μεγάλη Βρετανία) με την δικαιολογία ότι δεν αρμόζει στα κυρίαρχα ήθη και ιδεώδη μιας κοινωνίας. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει προφανής λόγος για κάτι τέτοιο. Το «Driller Killer» είναι περισσότερο ένα ψυχολογικό δράμα με horror περιτύλιγμα και οι σπλατεράδες που ψήθηκαν από τον τίτλο, το εξώφυλλο και την κακιά φήμη που την ακολουθεί ενδέχεται να απογοητευτούν. Ο σκηνοθέτης δεν εστιάζει τόσο στην αιματοχυσία, όσο στην ατμόσφαιρα σήψης και παρακμής, όπως και στην ανάπτυξη χαρακτήρων, κάτι που δεν συναντάμε συχνά σε ταινίες του είδους από εκείνη την εποχή. Όπως και να 'χει το εν γένει μακάβριο ύφος που την διαπερνά και η σκοτεινή αισθητική την καθιστούν μια αρκετά δυσάρεστη εμπειρία για τον θεατή. Ο Ferrara, που εκτός από την σκηνοθεσία έχει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του εκκεντρικού καλλιτέχνη, εδώ υπογράφει ως Jimmy Lane, και δεν κρύβει τις επιρροές του από το cinema του Scorcese και ειδικά από το «Taxi Driver».
Συνοψίζοντας, η ταινία δεν είναι τέλεια. Έχει τις καλές και τις κακές της στιγμές. Σίγουρα δεν είναι «Bad Lieutenant» ή «Κing of NY». Παρόλα αυτά, είναι ένα δυναμικό ντεμπούτο από έναν δημιουργό που στην διάρκεια της ανεξάρτητης καριέρας του μας έχει δώσει αρκετά διαμαντάκια. Αν γουστάρετε 70's αισθητική, video-nasties και θέλετε να πάρετε μία γεύση από αυθεντικό grindhouse cinema αυτή η ταινία είναι για εσάς. Αν όχι, τότε ίσως η πρωτότυπη για την εποχή της υπόθεση και η εξέλιξη χαρακτήρων να σας ικανοποιήσουν. Άλλωστε, όπως πολύ εύστοχα σχολίασε κάποιος, αν ο John Cassavetes αποφάσιζε να γυρίσει ένα slasher film, το αποτέλεσμα θα ήταν κάπως σαν το «Driller Killer».
Οι πιο απαιτητικοί ας περάσουν κατευθείαν στην επόμενη δημιουργία του, το «Ms.45».
Bαθμολογία: 6/10
Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014
Υποψίες / Under Suspicion (1991)
Πόσο κοντά μπορείς να έρθεις σε έναν δολοφόνο, χωρίς να τον πλησιάσεις πάρα πολύ;
Σκηνοθεσία: Simon Moore
Πρωταγωνιστούν: Liam Neeson, Laura San Giacomo, Κenneth Granham
Συντάκτης: Thodoris KL
Στο Brighton του 1959, ο Τόνυ Άαρον, ένας «ντροπιασμένος» πρώην αστυνομικός, επιβιώνει ως ιδιωτικός ντεντέκτιβ. Εργάζεται κυρίως σε υποθέσεις διαζυγίων, βοηθώντας τους πελάτες του να επικαλεστούν μοιχεία στο δικαστήριο. Η πελατεία του είναι αποκλειστικά γυναίκες, γιατί πίσω από κάθε υπόθεση, υπάρχει ως δόλωμα η ίδια του η σύζυγος, και οι απιστίες είναι στημένες. Όταν μια δήθεν υπόθεση ρουτίνας πάει στραβά, θα βρεθεί μπλεγμένος σε μια πολύ περίεργη υπόθεση. Με τη βοήθεια των υπόλοιπων φίλων του, προσπαθεί να καθαρίσει το όνομά του, ενώ οι έρευνες τον οδηγούν σε μία μυστηριώδη όμορφη γυναίκα, που θα τον σαγηνεύσει.
Ερωτικό θρίλερ, Αμερικανό-αγγλικής παραγωγής, την περίοδο της έξαρσης του είδους μετά από την επιτυχία του «Βασικού Ενστίκτου» και της «Ολέθριας Σχέσης», που όμως δεν ανήκει στον σωρό. Κι αυτό γιατί σε αντίθεση με τις αμέτρητες αντιγραφές των προαναφερθέντων ταινιών, η συγκεκριμένη δεν προσπαθεί να μας δελεάσει με έντονες ερωτικές σκηνές και χυμώδεις πρωταγωνίστριες (εντάξει, υπάρχουν κι αυτά), αλλά διαθέτει πλοκή, ατμόσφαιρα, χαρακτήρες, αξιοπρόσεχτες ερμηνείες από το πρωταγωνιστικό δίδυμο και μια δυνατή ανατροπή στο φινάλε.
Η ταινία θυμάμαι να προβάλεται συχνά μεταμεσονύκτιες ώρες από γνωστό ιδιωτικό κανάλι όταν ήμουν μικρός και για κάποιο λόγο με είχε τραβήξει η διαφήμιση να την παρακολουθήσω, αλλά λόγω ηλικίας δεν μπορούσα να περιμένω μέχρι τόσο αργά. Ώσπου αργότερα στα πρώτα χρόνια της εφηβείας την πέτυχα σε VHS στα ράφια συνοικιακού βίντεοκλαμπ και την νοίκιασα, πιο πολύ από περιέργεια, χωρίς να περιμένω και πολλά πράγματα. Μετά έμεινε να πιάνει σκόνη κάπου μέσα στο σπίτι, μέχρι την ημέρα που ήταν να την επιστρέψω και όπως αράζαμε με έναν φίλο, την θυμήθηκα και μην έχοντας κάτι καλύτερο να κάνουμε, είπαμε να την δούμε για να περάσει η ώρα και να μην πάει τσάμπα το πεντακοσάρικο της ενοικίασης (για δραχμές μιλαω, μην τρελαίνεστε). Μιάμιση ώρα μετά και καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους, έχουμε μείνει και οι δύο μαλάκες με αυτό που παρακολουθήσαμε, με τον εαυτό μου μάλιστα να νιώθει δυο φορές μαλάκας, γιατί ενώ ήξερα, είχα αφήσει να μου ξεφύγει για χρόνια ένα τέτοιο διαμάντι !
Λοιπόν, έχω καλά νέα και κακά νέα. Ας ξεκινήσω από τα κακά: H σκηνοθεσία δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο. Βέβαια εκείνη την εποχή δεν το καταλάβαινα γιατί δεν είχα καθόλου σκηνοθετικές γνώσεις. Όχι πως τώρα έχω δηλαδή, αλλά μετά από τόσο κάψιμο μπροστά από την μεγάλη (ή/και την μικρή) οθόνη, όλο και κάτι παραπάνω (λέω πως) σκαμπάζω. Τα πλάνα της ταινίας λοιπόν, σε άλλες σκηνές είναι εμπνευσμένα και σε άλλες θυμίζουν τηλεοπτική παραγωγή. Η φωτογραφία αδιάφορη επίσης, τα χρώματα μουντά. Το μοντάζ νομίζεις πως το έκανε κάποιος ερασιτέχνης, σε πετάει από την μία σκηνή στην άλλη πριν προλάβεις να καταλάβεις τι έχει συμβεί. Δικαιολογημένα όμως όλα αυτά καθώς ο Simon Moore δεν είναι σκηνοθέτης, αλλά σεναριογράφος περισσότερο γνωστός για το γουέστερν «The Quick and the Dead» του Sam Raimi και για την μίνι σειρά στην οποία βασίστηκε το «Traffic» του Steven Soderbergh. Αλλά, κάπου εδώ τελειώνουν τα αρνητικά στοιχεία της ταινίας.
Και τώρα τα καλά νέα, αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν ξέρω αν είναι και τόσο καλά μιας και βασίζονται καθαρά σε υποκειμενικά κριτήρια (όπως και όλες μου οι κριτικές βέβαια), παρόλα αυτά θα τα μοιραστώ μαζί σας: οι «Υποψίες» επιτυγχάνουν σε όλους τους υπόλοιπους τομείς. Μπορεί να φαίνομαι υπερβολικός, αλλά το λιγότερο που μπορώ να χαρακτηρίσω ένα τέτοιο έργο είναι αριστούργημα! Από που να ξεκινήσω ; Aπό την χημεία μεταξύ των πρωταγωνιστών ; Από τις συνεχείς ανατροπές σε σημείο να φαίνονται όλοι οι χαρακτήρες της ταινίας σαν πιθανοί ύποπτοι ; Aπό τον Liam Neeson, που το όνομα του και μόνο αποτελεί εγγύηση, αλλά εδώ στα πρώτα του βήματα λίγο πριν την «Λίστα του Σίντλερ» και το εισιτήριό του στο Hollywood, δίνει μια από τις πιο ανατριχιαστικές ερμηνείες της ζωής του ; Η από το απρόσμενο φινάλε που ανατρέπει όσα έβλεπες μέχρι εκείνη την στιγμή ; Για όλα αυτά και πολλά ακόμη, αλλά το σταματάω εδώ καθώς η παραμικρή λέξη μου μπορεί να θεωρηθεί spoil.
Θυμάμαι την εποχή που είχε κυκλοφορήσει το πρώτο «Saw», όλοι το θεωρούσαν σαν το καλύτερο θρίλερ της δεκαετίας. Εγώ πάλι το θεωρούσα το πιο υπερεκτιμημένο. Δεν λέω, καλή ταινία που άφησε εποχή και ο James Wan δυνατός σκηνοθέτης, αλλά κατά την γνώμη μου έπασχε από σενάριο. Τρύπες στην πλοκή, πομπώδεις διάλογοι, αχρείαστες υποπλοκές, γενικά ένα μπάχαλο...και μόνο που την συγκρίνουν μερικοί με το «Se7en» ή το «Silence of the Lambs» με τρελαίνει...Ας μην υπήρχε το σεναριακό εύρημα στο φινάλε και βλέπαμε αν θα είχε κάνει την επιτυχία που έκανε. Καλά, για τις ανεκδιήγητες συνέχειες του ας μην μιλήσω καλύτερα...Τέσπα, ξέφυγα πάλι...Αν αποφασίσω ποτέ να του κάνω review θα αναλύσω και τα θετικά του, που δεν ήταν και λίγα εδώ που τα λέμε.
Σε σχετική συζήτηση με έναν φίλο λοιπόν του έκανα την εξής ερώτηση «Tι το τόσο ιδιαίτερο είχε αυτή η ταινία ;»
Η απάντησή του ήταν πως «Καθ' όλη την διάρκεια, ο δολοφόνος είναι μπροστά στα μάτια σου κι εσύ δεν τον βλέπεις μέχρι να έρθει η τελευταία σκηνή».
Κι όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Στο «Saw» ο δολοφόνος δεν είναι μπροστά στα μάτια σου, αλλά μπροστά στα μάτια των πρωταγωνιστών. Αυτοί είναι που δεν τον αντιλαμβάνονται, εμείς δεν βλέπουμε τίποτα. Για την ακρίβεια θα έλεγα πως ανήκει σε αυτή την κατηγορία των whodunit ταινιών που δεν σε αφήνουν με τίποτα να μαντέψεις την ταυτότητα του δολοφόνου, όσο έξυπνος και παρατηρητικός κι αν νομίζεις πως είσαι. Κι αν ανήκεις σε αυτούς που δεν την έχουν δει ακόμα και νομίζεις πως μετά από όσα είπα σε προϊδέασα και μπορεί να πέσεις μέσα στις μαντεψιές σου, τότε είσαι γελασμένος και σε προκαλώ να το κάνεις.
Οι «Υποψίες» όμως είναι της άλλης σχολής. Σου δίνει κάποιους πιθανούς υπόπτους κι εσύ καλείσαι να βρεις τον ένοχο. Και για να μην νομίζετε πως έγραψα όλα τα παραπάνω χωρίς λόγο, η φράση «καθ' όλη την διάρκεια, ο δολοφόνος είναι μπροστά στα μάτια σου κι εσύ δεν τον βλέπεις μέχρι να έρθει η τελευταία σκηνή» στην προκειμένη περίπτωση ισχύει 100%. Όχι μόνο μπροστά στα μάτια σου, αλλά και κάτω από την μύτη σου, όλη η ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει τίποτα, σου φωνάζει μες τα μούτρα «Αυτός/ή είναι!» κι όμως εσύ επιμένεις να ψάχνεις αλλού...μέχρι να έρθει το φινάλε κι εσύ να θες να την ξαναδείς από την αρχή για να καταλάβεις που γελάστηκες.
Ίσως τα παραπάνω να θεωρηθούν spoil, αν ναι ελάτε να με μουντζώσετε. :P
Αν πάλι δεν σας βοηθήσουν στην επίλυση του μυστηρίου, τότε ενισχύονται τα λεγόμενά μου πως πρόκειται για ένα από τα καλύτερα και πιο περίτεχνα θρίλερ των '90s. Από την άλλη βέβαια ίσως να είμαι και υπερβολικός. Στην εποχή της η ταινία πάτωσε στις εισπράξεις και οι κριτικές ήταν από μέτριες έως κακές. Και μέχρι σήμερα δεν θα έλεγα πως αναγνωρίστηκε, εδώ καλά καλά δεν μπορείς να την βρεις σε dvd. Πολλοί μιλάνε για «μία από τα ίδια» και ίσως να είναι έτσι, δεν είμαι και ο πιο ψαγμένος σινεφίλ (σιχαίνομαι τον όρο), οπότε μπορεί κάτι παρόμοιο να έχουμε δει σε άπειρες ταινίες και να μην το γνωρίζω. Κι εδώ που τα λέμε τίποτα στις «Υποψίες» δεν είναι πρωτότυπο, αλλά για μένα δεν έχει και τόση σημασία τι δείχνεις, όσο ο τρόπος που το δείχνεις. Μπορεί κάποιος πιο ενημερωμένος που θα την δει σήμερα να καταλάβει αμέσως που το πάει και μετά να αναρωτιέται τι παπαριές έλεγε αυτός ο καραγκιόζης στην κριτική του. Πάσο. Εμένα πάντως μου άρεσε. Για την ακρίβεια την θεωρώ από τις πιο υποτιμημένες όλων των εποχών. Ήταν και η ηλικία μου τέτοια που δεν είχα εμπειρία σε mindfuck ταινίες με ανατρεπτικό φινάλε, αυτή ήταν η πρώτη, αν και την έχω ξαναδεί άπειρες φορές από τότε και δεν έχει αλλάξει η άποψή μου για αυτή. Eίμαι συναισθηματικά δεμένος μαζί της και δεν μπορώ να κρίνω αντικειμενικά. Οπότε δεν την προτείνω σε κανέναν. Δείτε την μόνο αν είστε στη φάση που ήμουν κι εγώ όταν την είδα. Αν δεν έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε. Το μόνο που έχω να προσθέσω πάντως είναι πως την επόμενη μέρα είδαμε το «Usual Suspects» (αντικειμενικά καλύτερη ταινία σε πολλούς τομείς), αλλά προσωπικά δεν μου έκανε και ιδιαίτερη εντύπωση.
Τα συμπεράσματα δικά σας. Όπως και η επιλογή.
Βαθμολογία: Xμμμ τι να πω...ας πούμε ένα 8/10, αλλά κρατιέμαι...
Υ.Γ. Liam είσαι τεράστιος αγόρι μου ! Από εκείνη την μέρα και μετά έγινες από τους αγαπημένους μου ηθοποιούς και σε παρακολουθώ παντού, ακόμα κι όταν παίζεις σε σκουπίδια ! 10/10 για την ερμηνεία σου (και τις ερμηνείες των υπολοίπων βεβαίως βεβαίως) !
Σκηνοθεσία: Simon Moore
Πρωταγωνιστούν: Liam Neeson, Laura San Giacomo, Κenneth Granham
Συντάκτης: Thodoris KL
Στο Brighton του 1959, ο Τόνυ Άαρον, ένας «ντροπιασμένος» πρώην αστυνομικός, επιβιώνει ως ιδιωτικός ντεντέκτιβ. Εργάζεται κυρίως σε υποθέσεις διαζυγίων, βοηθώντας τους πελάτες του να επικαλεστούν μοιχεία στο δικαστήριο. Η πελατεία του είναι αποκλειστικά γυναίκες, γιατί πίσω από κάθε υπόθεση, υπάρχει ως δόλωμα η ίδια του η σύζυγος, και οι απιστίες είναι στημένες. Όταν μια δήθεν υπόθεση ρουτίνας πάει στραβά, θα βρεθεί μπλεγμένος σε μια πολύ περίεργη υπόθεση. Με τη βοήθεια των υπόλοιπων φίλων του, προσπαθεί να καθαρίσει το όνομά του, ενώ οι έρευνες τον οδηγούν σε μία μυστηριώδη όμορφη γυναίκα, που θα τον σαγηνεύσει.
Ερωτικό θρίλερ, Αμερικανό-αγγλικής παραγωγής, την περίοδο της έξαρσης του είδους μετά από την επιτυχία του «Βασικού Ενστίκτου» και της «Ολέθριας Σχέσης», που όμως δεν ανήκει στον σωρό. Κι αυτό γιατί σε αντίθεση με τις αμέτρητες αντιγραφές των προαναφερθέντων ταινιών, η συγκεκριμένη δεν προσπαθεί να μας δελεάσει με έντονες ερωτικές σκηνές και χυμώδεις πρωταγωνίστριες (εντάξει, υπάρχουν κι αυτά), αλλά διαθέτει πλοκή, ατμόσφαιρα, χαρακτήρες, αξιοπρόσεχτες ερμηνείες από το πρωταγωνιστικό δίδυμο και μια δυνατή ανατροπή στο φινάλε.
Η ταινία θυμάμαι να προβάλεται συχνά μεταμεσονύκτιες ώρες από γνωστό ιδιωτικό κανάλι όταν ήμουν μικρός και για κάποιο λόγο με είχε τραβήξει η διαφήμιση να την παρακολουθήσω, αλλά λόγω ηλικίας δεν μπορούσα να περιμένω μέχρι τόσο αργά. Ώσπου αργότερα στα πρώτα χρόνια της εφηβείας την πέτυχα σε VHS στα ράφια συνοικιακού βίντεοκλαμπ και την νοίκιασα, πιο πολύ από περιέργεια, χωρίς να περιμένω και πολλά πράγματα. Μετά έμεινε να πιάνει σκόνη κάπου μέσα στο σπίτι, μέχρι την ημέρα που ήταν να την επιστρέψω και όπως αράζαμε με έναν φίλο, την θυμήθηκα και μην έχοντας κάτι καλύτερο να κάνουμε, είπαμε να την δούμε για να περάσει η ώρα και να μην πάει τσάμπα το πεντακοσάρικο της ενοικίασης (για δραχμές μιλαω, μην τρελαίνεστε). Μιάμιση ώρα μετά και καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους, έχουμε μείνει και οι δύο μαλάκες με αυτό που παρακολουθήσαμε, με τον εαυτό μου μάλιστα να νιώθει δυο φορές μαλάκας, γιατί ενώ ήξερα, είχα αφήσει να μου ξεφύγει για χρόνια ένα τέτοιο διαμάντι !
Λοιπόν, έχω καλά νέα και κακά νέα. Ας ξεκινήσω από τα κακά: H σκηνοθεσία δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο. Βέβαια εκείνη την εποχή δεν το καταλάβαινα γιατί δεν είχα καθόλου σκηνοθετικές γνώσεις. Όχι πως τώρα έχω δηλαδή, αλλά μετά από τόσο κάψιμο μπροστά από την μεγάλη (ή/και την μικρή) οθόνη, όλο και κάτι παραπάνω (λέω πως) σκαμπάζω. Τα πλάνα της ταινίας λοιπόν, σε άλλες σκηνές είναι εμπνευσμένα και σε άλλες θυμίζουν τηλεοπτική παραγωγή. Η φωτογραφία αδιάφορη επίσης, τα χρώματα μουντά. Το μοντάζ νομίζεις πως το έκανε κάποιος ερασιτέχνης, σε πετάει από την μία σκηνή στην άλλη πριν προλάβεις να καταλάβεις τι έχει συμβεί. Δικαιολογημένα όμως όλα αυτά καθώς ο Simon Moore δεν είναι σκηνοθέτης, αλλά σεναριογράφος περισσότερο γνωστός για το γουέστερν «The Quick and the Dead» του Sam Raimi και για την μίνι σειρά στην οποία βασίστηκε το «Traffic» του Steven Soderbergh. Αλλά, κάπου εδώ τελειώνουν τα αρνητικά στοιχεία της ταινίας.
Και τώρα τα καλά νέα, αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν ξέρω αν είναι και τόσο καλά μιας και βασίζονται καθαρά σε υποκειμενικά κριτήρια (όπως και όλες μου οι κριτικές βέβαια), παρόλα αυτά θα τα μοιραστώ μαζί σας: οι «Υποψίες» επιτυγχάνουν σε όλους τους υπόλοιπους τομείς. Μπορεί να φαίνομαι υπερβολικός, αλλά το λιγότερο που μπορώ να χαρακτηρίσω ένα τέτοιο έργο είναι αριστούργημα! Από που να ξεκινήσω ; Aπό την χημεία μεταξύ των πρωταγωνιστών ; Από τις συνεχείς ανατροπές σε σημείο να φαίνονται όλοι οι χαρακτήρες της ταινίας σαν πιθανοί ύποπτοι ; Aπό τον Liam Neeson, που το όνομα του και μόνο αποτελεί εγγύηση, αλλά εδώ στα πρώτα του βήματα λίγο πριν την «Λίστα του Σίντλερ» και το εισιτήριό του στο Hollywood, δίνει μια από τις πιο ανατριχιαστικές ερμηνείες της ζωής του ; Η από το απρόσμενο φινάλε που ανατρέπει όσα έβλεπες μέχρι εκείνη την στιγμή ; Για όλα αυτά και πολλά ακόμη, αλλά το σταματάω εδώ καθώς η παραμικρή λέξη μου μπορεί να θεωρηθεί spoil.
Θυμάμαι την εποχή που είχε κυκλοφορήσει το πρώτο «Saw», όλοι το θεωρούσαν σαν το καλύτερο θρίλερ της δεκαετίας. Εγώ πάλι το θεωρούσα το πιο υπερεκτιμημένο. Δεν λέω, καλή ταινία που άφησε εποχή και ο James Wan δυνατός σκηνοθέτης, αλλά κατά την γνώμη μου έπασχε από σενάριο. Τρύπες στην πλοκή, πομπώδεις διάλογοι, αχρείαστες υποπλοκές, γενικά ένα μπάχαλο...και μόνο που την συγκρίνουν μερικοί με το «Se7en» ή το «Silence of the Lambs» με τρελαίνει...Ας μην υπήρχε το σεναριακό εύρημα στο φινάλε και βλέπαμε αν θα είχε κάνει την επιτυχία που έκανε. Καλά, για τις ανεκδιήγητες συνέχειες του ας μην μιλήσω καλύτερα...Τέσπα, ξέφυγα πάλι...Αν αποφασίσω ποτέ να του κάνω review θα αναλύσω και τα θετικά του, που δεν ήταν και λίγα εδώ που τα λέμε.
Σε σχετική συζήτηση με έναν φίλο λοιπόν του έκανα την εξής ερώτηση «Tι το τόσο ιδιαίτερο είχε αυτή η ταινία ;»
Η απάντησή του ήταν πως «Καθ' όλη την διάρκεια, ο δολοφόνος είναι μπροστά στα μάτια σου κι εσύ δεν τον βλέπεις μέχρι να έρθει η τελευταία σκηνή».
Κι όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Στο «Saw» ο δολοφόνος δεν είναι μπροστά στα μάτια σου, αλλά μπροστά στα μάτια των πρωταγωνιστών. Αυτοί είναι που δεν τον αντιλαμβάνονται, εμείς δεν βλέπουμε τίποτα. Για την ακρίβεια θα έλεγα πως ανήκει σε αυτή την κατηγορία των whodunit ταινιών που δεν σε αφήνουν με τίποτα να μαντέψεις την ταυτότητα του δολοφόνου, όσο έξυπνος και παρατηρητικός κι αν νομίζεις πως είσαι. Κι αν ανήκεις σε αυτούς που δεν την έχουν δει ακόμα και νομίζεις πως μετά από όσα είπα σε προϊδέασα και μπορεί να πέσεις μέσα στις μαντεψιές σου, τότε είσαι γελασμένος και σε προκαλώ να το κάνεις.
Οι «Υποψίες» όμως είναι της άλλης σχολής. Σου δίνει κάποιους πιθανούς υπόπτους κι εσύ καλείσαι να βρεις τον ένοχο. Και για να μην νομίζετε πως έγραψα όλα τα παραπάνω χωρίς λόγο, η φράση «καθ' όλη την διάρκεια, ο δολοφόνος είναι μπροστά στα μάτια σου κι εσύ δεν τον βλέπεις μέχρι να έρθει η τελευταία σκηνή» στην προκειμένη περίπτωση ισχύει 100%. Όχι μόνο μπροστά στα μάτια σου, αλλά και κάτω από την μύτη σου, όλη η ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει τίποτα, σου φωνάζει μες τα μούτρα «Αυτός/ή είναι!» κι όμως εσύ επιμένεις να ψάχνεις αλλού...μέχρι να έρθει το φινάλε κι εσύ να θες να την ξαναδείς από την αρχή για να καταλάβεις που γελάστηκες.
Ίσως τα παραπάνω να θεωρηθούν spoil, αν ναι ελάτε να με μουντζώσετε. :P
Αν πάλι δεν σας βοηθήσουν στην επίλυση του μυστηρίου, τότε ενισχύονται τα λεγόμενά μου πως πρόκειται για ένα από τα καλύτερα και πιο περίτεχνα θρίλερ των '90s. Από την άλλη βέβαια ίσως να είμαι και υπερβολικός. Στην εποχή της η ταινία πάτωσε στις εισπράξεις και οι κριτικές ήταν από μέτριες έως κακές. Και μέχρι σήμερα δεν θα έλεγα πως αναγνωρίστηκε, εδώ καλά καλά δεν μπορείς να την βρεις σε dvd. Πολλοί μιλάνε για «μία από τα ίδια» και ίσως να είναι έτσι, δεν είμαι και ο πιο ψαγμένος σινεφίλ (σιχαίνομαι τον όρο), οπότε μπορεί κάτι παρόμοιο να έχουμε δει σε άπειρες ταινίες και να μην το γνωρίζω. Κι εδώ που τα λέμε τίποτα στις «Υποψίες» δεν είναι πρωτότυπο, αλλά για μένα δεν έχει και τόση σημασία τι δείχνεις, όσο ο τρόπος που το δείχνεις. Μπορεί κάποιος πιο ενημερωμένος που θα την δει σήμερα να καταλάβει αμέσως που το πάει και μετά να αναρωτιέται τι παπαριές έλεγε αυτός ο καραγκιόζης στην κριτική του. Πάσο. Εμένα πάντως μου άρεσε. Για την ακρίβεια την θεωρώ από τις πιο υποτιμημένες όλων των εποχών. Ήταν και η ηλικία μου τέτοια που δεν είχα εμπειρία σε mindfuck ταινίες με ανατρεπτικό φινάλε, αυτή ήταν η πρώτη, αν και την έχω ξαναδεί άπειρες φορές από τότε και δεν έχει αλλάξει η άποψή μου για αυτή. Eίμαι συναισθηματικά δεμένος μαζί της και δεν μπορώ να κρίνω αντικειμενικά. Οπότε δεν την προτείνω σε κανέναν. Δείτε την μόνο αν είστε στη φάση που ήμουν κι εγώ όταν την είδα. Αν δεν έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε. Το μόνο που έχω να προσθέσω πάντως είναι πως την επόμενη μέρα είδαμε το «Usual Suspects» (αντικειμενικά καλύτερη ταινία σε πολλούς τομείς), αλλά προσωπικά δεν μου έκανε και ιδιαίτερη εντύπωση.
Τα συμπεράσματα δικά σας. Όπως και η επιλογή.
Βαθμολογία: Xμμμ τι να πω...ας πούμε ένα 8/10, αλλά κρατιέμαι...
Υ.Γ. Liam είσαι τεράστιος αγόρι μου ! Από εκείνη την μέρα και μετά έγινες από τους αγαπημένους μου ηθοποιούς και σε παρακολουθώ παντού, ακόμα κι όταν παίζεις σε σκουπίδια ! 10/10 για την ερμηνεία σου (και τις ερμηνείες των υπολοίπων βεβαίως βεβαίως) !
Άσχημη Μέρα στον Μαύρο Βράχο / Bad Day At Black Rock (1955)
Σκηνοθεσία: John Sturges
Πρωταγωνιστούν: Spencer Tracy, Robert Ryan, Anne Francis, Dean Jagger
Συντάκτης: Thodoris KL
Βρισκόμαστε στο 1945, λίγο μετά την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια πόλη φάντασμα της άγριας δύσης με το όνομα Μαύρος Βράχος. Τα τρένα που κατευθύνονται προς το Λος Άντζελες διέρχονται χωρίς να πραγματοποιούν στάση εδώ και χρόνια. Σήμερα όμως μια αμαξοστοιχία θα σταματήσει και από αυτήν θα αποβιβαστεί ένας μυστηριώδης μονόχειρας. Οι λιγοστοί κάτοικοι της περιοχής, μην έχοντας συνηθίσει να δέχονται επισκέψεις, κοιτούν καχύποπτα τον ξένο. Αυτός φαίνεται σαν κάτι να ψάχνει κι είναι αποφασισμένος να το βρει μέσα στο επόμενο 24ωρο που θα διαρκέσει η παραμονή του στην πόλη. Πριν πέσει η νύχτα μια συμμορία αντρών που αποτελείται ως επί των πλείστων από κακοποιούς, αποφασίζει να τον βγάλει από τη μέση για να μην αποκαλυφθεί ποτέ το τρομαχτικό μυστικό που κρύβει ο Μαύρος Βράχος.
Από τις καλύτερες ταινίες του John Sturges (σκηνοθέτη του «Magnificent Seven» μεταξύ άλλων) o «Μαύρος Βράχος» είναι ένα αγωνιώδες θρίλερ, με στοιχεία γουέστερν και film-noir ή καλύτερα ένα γουέστερν όπως θα ήταν αν το είχε γυρίσει ο Alfred Hitchcock! Η υπόθεση απλή, μπαίνει κατευθείαν στο ψητό και καταφέρνει να διατηρήσει το σασπένς σε υψηλά επίπεδα μέχρι το τέλος και το λυτρωτικό του φινάλε.
Πρωταγωνιστεί ο βετεράνος ηθοποιός Spencer Tracy, πλαισιωμένος από αξιοσημείωτους συμπρωταγωνιστές, και παρόλο το πρόβλημα αλκοολισμού που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο, κατάφερε με το αψυχολόγητο ύφος του να δώσει την καλύτερη ερμηνεία της ζωής του και να κερδίσει το βραβείο κριτικών στο φεστιβάλ των Καννών.
O σκηνοθέτης John Sturges από την άλλη απέσπασε τη μοναδική υποψηφιότητά του για όσκαρ σκηνοθεσίας και μαζί του και ο Tracy που ήταν υποψήφιος Α' ανδρικού ρόλου, αλλά τελικά χάσανε το πολυπόθητο αγαλματίδιο μέσα από τα χέρια τους, καθώς οι νικητές ήταν οι Delbert Mann και Ernest Borgnine, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής της ταινίας «Marty» αντίστοιχα.
Η ταινία επανεκτελέστηκε το 2008 σε μια ταινία δράσης με τίτλο «H Συνωμοσία» (Conspiracy) με τον Adam Marcus στο σκηνοθετικό τιμόνι και πρωταγωνιστή τον Van Kilmer.
Κλείνοντας, να ξεκαθαρίσω πως ο «Μαύρος Βράχος» δεν είναι σε καμία περίπτωση παραδοσιακό γουέστερν. Δεν έχει ιδιαίτερα δυνατή δράση, απουσιάζουν οι μονομαχίες, τα πιστολίδια και ό,τι άλλο περίμενε να συναντήσει κανείς σε ταινία του είδους. Συν τοις άλλοις, η υπόθεση δεν εκτυλίσσεται στην Αμερική του τέλους του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα (ξέρετε Αμερικανικός Εμφύλιος, Ινδιάνοι, κυνήγι του χρυσου κτλ),όπως στα παραδοσιακά γουέστερν, αλλά στην μεταπολεμική, στα μέσα της δεκαετίας του '40. Θα έλεγα πως βασίζεται περισσότερο στο μυστήριο, την αγωνία, την ατμόσφαιρα και τις ερμηνείες οπότε οι φανς των θρίλερ και των film-noir ίσως να ικανοποιηθούν περισσότερο. Παρόλα αυτά, ανεξαρτήτως γούστων ή προτιμήσεων, θα πρότεινα να ρίξετε μια ματιά σε αυτό το μικρό αριστούργημα, γιατί σήμερα, αν και κλασικό, είναι αδίκως ξεχασμένο.
Βαθμολογία: 9/10
Πρωταγωνιστούν: Spencer Tracy, Robert Ryan, Anne Francis, Dean Jagger
Συντάκτης: Thodoris KL
Βρισκόμαστε στο 1945, λίγο μετά την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια πόλη φάντασμα της άγριας δύσης με το όνομα Μαύρος Βράχος. Τα τρένα που κατευθύνονται προς το Λος Άντζελες διέρχονται χωρίς να πραγματοποιούν στάση εδώ και χρόνια. Σήμερα όμως μια αμαξοστοιχία θα σταματήσει και από αυτήν θα αποβιβαστεί ένας μυστηριώδης μονόχειρας. Οι λιγοστοί κάτοικοι της περιοχής, μην έχοντας συνηθίσει να δέχονται επισκέψεις, κοιτούν καχύποπτα τον ξένο. Αυτός φαίνεται σαν κάτι να ψάχνει κι είναι αποφασισμένος να το βρει μέσα στο επόμενο 24ωρο που θα διαρκέσει η παραμονή του στην πόλη. Πριν πέσει η νύχτα μια συμμορία αντρών που αποτελείται ως επί των πλείστων από κακοποιούς, αποφασίζει να τον βγάλει από τη μέση για να μην αποκαλυφθεί ποτέ το τρομαχτικό μυστικό που κρύβει ο Μαύρος Βράχος.
Από τις καλύτερες ταινίες του John Sturges (σκηνοθέτη του «Magnificent Seven» μεταξύ άλλων) o «Μαύρος Βράχος» είναι ένα αγωνιώδες θρίλερ, με στοιχεία γουέστερν και film-noir ή καλύτερα ένα γουέστερν όπως θα ήταν αν το είχε γυρίσει ο Alfred Hitchcock! Η υπόθεση απλή, μπαίνει κατευθείαν στο ψητό και καταφέρνει να διατηρήσει το σασπένς σε υψηλά επίπεδα μέχρι το τέλος και το λυτρωτικό του φινάλε.
Πρωταγωνιστεί ο βετεράνος ηθοποιός Spencer Tracy, πλαισιωμένος από αξιοσημείωτους συμπρωταγωνιστές, και παρόλο το πρόβλημα αλκοολισμού που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο, κατάφερε με το αψυχολόγητο ύφος του να δώσει την καλύτερη ερμηνεία της ζωής του και να κερδίσει το βραβείο κριτικών στο φεστιβάλ των Καννών.
O σκηνοθέτης John Sturges από την άλλη απέσπασε τη μοναδική υποψηφιότητά του για όσκαρ σκηνοθεσίας και μαζί του και ο Tracy που ήταν υποψήφιος Α' ανδρικού ρόλου, αλλά τελικά χάσανε το πολυπόθητο αγαλματίδιο μέσα από τα χέρια τους, καθώς οι νικητές ήταν οι Delbert Mann και Ernest Borgnine, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής της ταινίας «Marty» αντίστοιχα.
Η ταινία επανεκτελέστηκε το 2008 σε μια ταινία δράσης με τίτλο «H Συνωμοσία» (Conspiracy) με τον Adam Marcus στο σκηνοθετικό τιμόνι και πρωταγωνιστή τον Van Kilmer.
Κλείνοντας, να ξεκαθαρίσω πως ο «Μαύρος Βράχος» δεν είναι σε καμία περίπτωση παραδοσιακό γουέστερν. Δεν έχει ιδιαίτερα δυνατή δράση, απουσιάζουν οι μονομαχίες, τα πιστολίδια και ό,τι άλλο περίμενε να συναντήσει κανείς σε ταινία του είδους. Συν τοις άλλοις, η υπόθεση δεν εκτυλίσσεται στην Αμερική του τέλους του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα (ξέρετε Αμερικανικός Εμφύλιος, Ινδιάνοι, κυνήγι του χρυσου κτλ),όπως στα παραδοσιακά γουέστερν, αλλά στην μεταπολεμική, στα μέσα της δεκαετίας του '40. Θα έλεγα πως βασίζεται περισσότερο στο μυστήριο, την αγωνία, την ατμόσφαιρα και τις ερμηνείες οπότε οι φανς των θρίλερ και των film-noir ίσως να ικανοποιηθούν περισσότερο. Παρόλα αυτά, ανεξαρτήτως γούστων ή προτιμήσεων, θα πρότεινα να ρίξετε μια ματιά σε αυτό το μικρό αριστούργημα, γιατί σήμερα, αν και κλασικό, είναι αδίκως ξεχασμένο.
Βαθμολογία: 9/10
Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014
Κάθαρση (2009)
Σκηνοθεσία: Φωκίων Μπόγρης
Πρωταγωνιστούν: Βαγγέλης Μουρίκης, Βαγγέλης Αλεξανδρής, Κώστας Στεφανάκης, Χρήστος Νάτσιος
Συντάκτης: Thodoris KL
Ο Έστεμπαν (Κώστας Στεφανάκης) έρχεται στην Αθήνα έχοντας χάσει τη δουλειά του ως μπάτσος. Μένει μαζί με τον ανάπηρο θείο του (Μπάμπης Κούρτης) και αναζητά εργασία. Είναι άφραγκος και απογοητευμένος. Τον πλησιάζει ο διευθυντής ασφάλειας (Χρήστος Νάτσιος) και του αναθέτει να καθαρίσει δύο απο τους πιό επικίνδυνους εγκληματίες στην πόλη: Ο Μάνθος (Βαγγέλης Μουρίκης) και ο Μπαχράμης (Βαγγέλης Αλεξανδρής) είναι αυτοί που κανείς δεν μπορεί να πιάσει επίσημα - προστασία, drugs, παράνομα sex shops, όλα παίζουν. Ο Έστεμπαν γίνεται στόχος όχι μόνο για τον υπόκοσμο αλλά και για τα «αφεντικά» του. Μια ιστορία προσωπικής εκδίκησης, μέσα στην καρδιά της πόλης, με φόντο τον κόσμο της μαφίας και την πολιτική διαφθορά.
Ο δημιουργός της πιο cult ταινίας της περασμένης δεκαετίας («η Επιστροφή των Καθαρμάτων», μια άτυπη συνέχεια των οriginal «Καθαρμάτων» του Αλέξανδρου Διαμαντή) ξαναχτυπά με μία αιματοβαμμένη φάρσα - θρίλερ η οποία αποτίει φόρο τιμής στην βιντεο-εποποιία της δεκαετίας του '70 και του '80 και προσφέρει στιγμές απενοχοποιημένης trash διασκέδασης. Τελείως ανεξάρτητη, χωρίς μεγάλους χορηγούς και χρηματοδότες από πίσω της, κατά το ρητό do-it-yourself (punk καταβολής). Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, εκτός από τους γίγαντες Κώστα Στεφανάκη και Βαγγέλη Μουρίκη, συναντάμε σε ρόλους συμβολικούς και δύο γνώριμες μορφές του ελληνικού ερωτικού σινεμά της δεκαετίας του '70 και του '80: την Τίνα Σπάθη και τον Τέλη Σταλόνε (όπως είναι το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο). Επίσης μια σύντομη εμφάνιση κάνει και ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης (Σπιρτόκουτο, Ψυχή στο Στόμα).
Την ταινία την είδα πρόσφατα σχετικά και σε γενικές γραμμές την βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα με τα λόγια του δημιουργού είναι μια ταινία που δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά, αν και τον βρίσκω μάλλον μετριόφρων. Πρόκειται για ένα cult exploitation θρίλερ εκδίκησης που δίχασε κοινό και κριτικούς. Προσωπικά θεωρώ υπερβολικές και τις δύο πλευρές, και αυτούς που πάνε να την παρουσιάσουν σαν διαμάντι, αλλά και αυτούς που πάνε να την παρουσιάσουν σαν σκουπίδι. Ο Φωκίωνας είναι επηρεασμένος από τα αμερικανικά revenge films της δεκαετίας του '70, αλλά και από τα ιταλικά gialli, είδη που αμφότερα έχουν εξαφανιστεί από τον κινηματογραφικό χάρτη. Η εξέλιξή του λοιπόν σαν κινηματογραφιστή σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές του είναι αξιοθαύμαστη. Δείχνει πως αγαπάει αυτό που κάνει και μπράβο του. Τα πολιτικά μηνύματα καυστικά και επίκαιρα, όσο χύμα κι αν μας τα παρουσιάζει για μένα είναι πιο εύστοχα από όσα μας λένε γενιές αγγελοπουλικών χρόνια τώρα. Οι σκηνές των φόνων πολύ δυνατές (όπως πρέπει) και ευφάνταστες, με αληθοφανή ειδικά εφέ.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν χτυπητές αδυναμίες και, πιστέψτε με, δεν το λέω κακοπροαίρετα, αλλά δεν δικαιολογούνται από τον χαμηλό προυπολογισμό. Στην τελική οι καλύτερες ταινίες για μένα είναι αυτές που οι δημιουργοί τους τις γύρισαν με ελάχιστα έως και καθόλου χρήματα και αποδείχθηκαν αριστουργήματα: «Clerks», «Psycho», «El Mariachi», «Night of the Living Dead», «Last House on the Left», «Κing of NY», «Texas Chainsaw Massacre», «Henry: Portrait of a Serial Killer» και πολλές ακόμα, οι περισσότερες από αυτές αγαπημένες ταινίες του Φωκίωνα από όσο ξέρω, που έχουν επηρρεάσει βαθύτατα την δουλειά του. Για να μην μιλήσω και για τον πατριάρχη των b-movies, Roger Corman που γύριζε τις ταινίες του σε δυο τρεις μέρες και με σκηνικά άλλων ταινιών, αλλά το στυλ του έχει επηρεάσει τους περισσότερους κινηματογραφιστές των επόμενων γενεών. Βέβαια από την άλλη, ίσως και να υπάρχει εσκεμμένα αυτός ο ερασιτεχνισμός και το παρείστικο feeling, για να διατηρείται το b-movie κλίμα της ταινίας, ποιος ξέρει ; Ή ίσως να λέω και βλακείες...
Kαι κάτι τελευταίο: σχετικά πρόσφατα ο Φωκίων γύρισε κάποια βιντεοκλίπς σε διάφορους ράππερς όπως ο Θύτης και ο Κανόν. Εκεί η δουλειά του ήταν πολύ καλή και επαγγελματικού επιπέδου. Βέβαια δεν γυρίζονται οι ταινίες και τα βιντεοκλίπς με τον ίδιο τρόπο, ούτε με τα ίδια χρήματα, παρόλα αυτά φαίνεται πως έχει εξελιχθεί ακόμα περισσότερο. Είμαι σίγουρος πως στο μέλλον θα δούμε μεγάλα πράγματα !
Βαθμολογία: 5/10
Πρωταγωνιστούν: Βαγγέλης Μουρίκης, Βαγγέλης Αλεξανδρής, Κώστας Στεφανάκης, Χρήστος Νάτσιος
Συντάκτης: Thodoris KL
Ο Έστεμπαν (Κώστας Στεφανάκης) έρχεται στην Αθήνα έχοντας χάσει τη δουλειά του ως μπάτσος. Μένει μαζί με τον ανάπηρο θείο του (Μπάμπης Κούρτης) και αναζητά εργασία. Είναι άφραγκος και απογοητευμένος. Τον πλησιάζει ο διευθυντής ασφάλειας (Χρήστος Νάτσιος) και του αναθέτει να καθαρίσει δύο απο τους πιό επικίνδυνους εγκληματίες στην πόλη: Ο Μάνθος (Βαγγέλης Μουρίκης) και ο Μπαχράμης (Βαγγέλης Αλεξανδρής) είναι αυτοί που κανείς δεν μπορεί να πιάσει επίσημα - προστασία, drugs, παράνομα sex shops, όλα παίζουν. Ο Έστεμπαν γίνεται στόχος όχι μόνο για τον υπόκοσμο αλλά και για τα «αφεντικά» του. Μια ιστορία προσωπικής εκδίκησης, μέσα στην καρδιά της πόλης, με φόντο τον κόσμο της μαφίας και την πολιτική διαφθορά.
Ο δημιουργός της πιο cult ταινίας της περασμένης δεκαετίας («η Επιστροφή των Καθαρμάτων», μια άτυπη συνέχεια των οriginal «Καθαρμάτων» του Αλέξανδρου Διαμαντή) ξαναχτυπά με μία αιματοβαμμένη φάρσα - θρίλερ η οποία αποτίει φόρο τιμής στην βιντεο-εποποιία της δεκαετίας του '70 και του '80 και προσφέρει στιγμές απενοχοποιημένης trash διασκέδασης. Τελείως ανεξάρτητη, χωρίς μεγάλους χορηγούς και χρηματοδότες από πίσω της, κατά το ρητό do-it-yourself (punk καταβολής). Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, εκτός από τους γίγαντες Κώστα Στεφανάκη και Βαγγέλη Μουρίκη, συναντάμε σε ρόλους συμβολικούς και δύο γνώριμες μορφές του ελληνικού ερωτικού σινεμά της δεκαετίας του '70 και του '80: την Τίνα Σπάθη και τον Τέλη Σταλόνε (όπως είναι το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο). Επίσης μια σύντομη εμφάνιση κάνει και ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης (Σπιρτόκουτο, Ψυχή στο Στόμα).
Την ταινία την είδα πρόσφατα σχετικά και σε γενικές γραμμές την βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα με τα λόγια του δημιουργού είναι μια ταινία που δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά, αν και τον βρίσκω μάλλον μετριόφρων. Πρόκειται για ένα cult exploitation θρίλερ εκδίκησης που δίχασε κοινό και κριτικούς. Προσωπικά θεωρώ υπερβολικές και τις δύο πλευρές, και αυτούς που πάνε να την παρουσιάσουν σαν διαμάντι, αλλά και αυτούς που πάνε να την παρουσιάσουν σαν σκουπίδι. Ο Φωκίωνας είναι επηρεασμένος από τα αμερικανικά revenge films της δεκαετίας του '70, αλλά και από τα ιταλικά gialli, είδη που αμφότερα έχουν εξαφανιστεί από τον κινηματογραφικό χάρτη. Η εξέλιξή του λοιπόν σαν κινηματογραφιστή σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές του είναι αξιοθαύμαστη. Δείχνει πως αγαπάει αυτό που κάνει και μπράβο του. Τα πολιτικά μηνύματα καυστικά και επίκαιρα, όσο χύμα κι αν μας τα παρουσιάζει για μένα είναι πιο εύστοχα από όσα μας λένε γενιές αγγελοπουλικών χρόνια τώρα. Οι σκηνές των φόνων πολύ δυνατές (όπως πρέπει) και ευφάνταστες, με αληθοφανή ειδικά εφέ.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν χτυπητές αδυναμίες και, πιστέψτε με, δεν το λέω κακοπροαίρετα, αλλά δεν δικαιολογούνται από τον χαμηλό προυπολογισμό. Στην τελική οι καλύτερες ταινίες για μένα είναι αυτές που οι δημιουργοί τους τις γύρισαν με ελάχιστα έως και καθόλου χρήματα και αποδείχθηκαν αριστουργήματα: «Clerks», «Psycho», «El Mariachi», «Night of the Living Dead», «Last House on the Left», «Κing of NY», «Texas Chainsaw Massacre», «Henry: Portrait of a Serial Killer» και πολλές ακόμα, οι περισσότερες από αυτές αγαπημένες ταινίες του Φωκίωνα από όσο ξέρω, που έχουν επηρρεάσει βαθύτατα την δουλειά του. Για να μην μιλήσω και για τον πατριάρχη των b-movies, Roger Corman που γύριζε τις ταινίες του σε δυο τρεις μέρες και με σκηνικά άλλων ταινιών, αλλά το στυλ του έχει επηρεάσει τους περισσότερους κινηματογραφιστές των επόμενων γενεών. Βέβαια από την άλλη, ίσως και να υπάρχει εσκεμμένα αυτός ο ερασιτεχνισμός και το παρείστικο feeling, για να διατηρείται το b-movie κλίμα της ταινίας, ποιος ξέρει ; Ή ίσως να λέω και βλακείες...
Kαι κάτι τελευταίο: σχετικά πρόσφατα ο Φωκίων γύρισε κάποια βιντεοκλίπς σε διάφορους ράππερς όπως ο Θύτης και ο Κανόν. Εκεί η δουλειά του ήταν πολύ καλή και επαγγελματικού επιπέδου. Βέβαια δεν γυρίζονται οι ταινίες και τα βιντεοκλίπς με τον ίδιο τρόπο, ούτε με τα ίδια χρήματα, παρόλα αυτά φαίνεται πως έχει εξελιχθεί ακόμα περισσότερο. Είμαι σίγουρος πως στο μέλλον θα δούμε μεγάλα πράγματα !
Βαθμολογία: 5/10
Το Αφεντικό της Νέας Υόρκης / King of New York (1990)
Σκηνοθεσία: Abel Ferrara
Πρωταγωνιστούν: Christopher Walken, David Caruso, Laurence Fishburne, Wesley Snipes
Συντάκτης: Thodoris KL
Ένας πρώην βαρώνος ναρκωτικών, ο Frank White (Christopher Walken), επιστρέφει από τη φυλακή αποφασισμένος να εξαφανίσει τον ανταγωνισμό και να προσφέρει τα κέρδη του στους αναξιοπαθούντες και στα χαμηλά οικονομικά στρώματα της Νέας Υόρκης σε αυτή τη στιλάτη και πολύ βίαιη μοντέρνα εκδοχή του Ρομπέν των Δασών.
Έξοχος συνδυασμός κλασσικού hood movie των 90's (Colours, Boyz n the Hood, Menace 2 Society, New Jack City, Do the Right Thing κτλ) - στην πολύ πρώιμη μορφή τους γιατί η συγκεκριμένη ήταν μια από τις πρώτες που καθιέρωσαν το είδος - και γκανγκστερικού θρίλερ (Godfather, Scarface, the Goodfellas, Carlito's Way, τα ονόματα τα ξέρετε). Παρόλα αυτά αν είστε φαν των παραπάνω ταινιών μην περιμένετε να δείτε κάτι παρόμοιο. Ο Abel Ferrara έχει καθαρά δικό του στυλ και, αν εξαιρέσουμε την περίοδο που είχε μπλέξει με το Hollywood, ποτέ δεν φτιάχνει μια ταινία που να θυμίζει άλλες. Ο χαμηλός σχετικά προϋπολογισμός και η arthouse σκηνοθεσία ίσως να ξενίσουν μερικούς, αλλά όποιος της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία και εστιάσει στην ονειρική ατμόσφαιρα και το βαθύτερο κοινωνικό σχόλιο δεν θα βγει χαμένος.
Ειδική αναφορά πρέπει να κάνω στο εξαιρετικό hip-hop soundtrack της ταινίας, κάτι που εκείνη την εποχή δεν ήταν και τόσο συνηθισμένο, αν εξαιρέσουμε τα πρώτα φιλμ των 80's που ασχολιόντουσαν με την κουλτούρα του hip-hop, όπως τα «Wild Style» και «B-Street». To soundtrack λοιπόν, αντί για τα συνηθισμένα rap και r&b χιτάκια που σκαρφάλωναν στα charts την δεκαετία του '90, είναι γεμάτο από underground βρωμόμπιτα και μεταξύ άλλων περιέχει και κομμάτια από τον πρώτο gangsta rapper στην ιστορία, τον Schooly D. Ο ράπερ από τότε ξεκίνησε μια συνεργασία με τον σκηνοθέτη, που θα συνεχιστεί και στην επόμενη ταινία του το «Bad Lieutenant» (1992), αλλά εκεί δυστυχώς θα αναγκαστούν να αφαιρέσουν τα κομμάτια λόγω πνευματικών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα ο Jimmy Page των Led Zeppelin μήνυσε τον Schooly D επειδή δεν είχε νόμιμη άδεια για το κομμάτι του «Signifying Rapper», το οποίο δανειζόταν ηχητικό δείγμα (sample) από το «Kashmir». Βέβαια, μετά από μερικά χρόνια, ο ίδιος ο Page δεν είχε πρόβλημα να παίζει την μελωδία του και μάλιστα με την συνοδεία συμφωνικής, στο «Come With Me» του Puff Daddy, από το soundtrack του «Godzilla». Φαίνεται ήταν τα λεφτά...αισθήματα που τον κάνανε να αλλάξει γνώμη για την χρήση των samples, αλλά ας μην επεκταθώ γιατί ξεφύγαμε από το θέμα μας.
Στα της ταινίας τώρα, σήμερα θεωρείται cult, όπως και όλες του Ferrara άλλωστε, και ο χαρακτήρας του Frank White κλασικός, κάτι αντίστοιχο με αυτόν του Tony Montana που υποδύθηκε με πάθος ο Al Pacino στο «Scarface» του Brian De Palma. O ράπερ Notorious B.I.G. βαθιά επηρεασμένος από την ιδιαίτερη προσωπικότητα του White χρησιμοποίησε το όνομά του σαν σαν δεύτερο καλλιτεχνικό ψευδώνυμο και έγραψε το ομώνυμο κομμάτι «King of N.Y.» βασισμένος στην ταινία.
Βαθμολογία: 8/10
Πρωταγωνιστούν: Christopher Walken, David Caruso, Laurence Fishburne, Wesley Snipes
Συντάκτης: Thodoris KL
Ένας πρώην βαρώνος ναρκωτικών, ο Frank White (Christopher Walken), επιστρέφει από τη φυλακή αποφασισμένος να εξαφανίσει τον ανταγωνισμό και να προσφέρει τα κέρδη του στους αναξιοπαθούντες και στα χαμηλά οικονομικά στρώματα της Νέας Υόρκης σε αυτή τη στιλάτη και πολύ βίαιη μοντέρνα εκδοχή του Ρομπέν των Δασών.
Έξοχος συνδυασμός κλασσικού hood movie των 90's (Colours, Boyz n the Hood, Menace 2 Society, New Jack City, Do the Right Thing κτλ) - στην πολύ πρώιμη μορφή τους γιατί η συγκεκριμένη ήταν μια από τις πρώτες που καθιέρωσαν το είδος - και γκανγκστερικού θρίλερ (Godfather, Scarface, the Goodfellas, Carlito's Way, τα ονόματα τα ξέρετε). Παρόλα αυτά αν είστε φαν των παραπάνω ταινιών μην περιμένετε να δείτε κάτι παρόμοιο. Ο Abel Ferrara έχει καθαρά δικό του στυλ και, αν εξαιρέσουμε την περίοδο που είχε μπλέξει με το Hollywood, ποτέ δεν φτιάχνει μια ταινία που να θυμίζει άλλες. Ο χαμηλός σχετικά προϋπολογισμός και η arthouse σκηνοθεσία ίσως να ξενίσουν μερικούς, αλλά όποιος της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία και εστιάσει στην ονειρική ατμόσφαιρα και το βαθύτερο κοινωνικό σχόλιο δεν θα βγει χαμένος.
Ειδική αναφορά πρέπει να κάνω στο εξαιρετικό hip-hop soundtrack της ταινίας, κάτι που εκείνη την εποχή δεν ήταν και τόσο συνηθισμένο, αν εξαιρέσουμε τα πρώτα φιλμ των 80's που ασχολιόντουσαν με την κουλτούρα του hip-hop, όπως τα «Wild Style» και «B-Street». To soundtrack λοιπόν, αντί για τα συνηθισμένα rap και r&b χιτάκια που σκαρφάλωναν στα charts την δεκαετία του '90, είναι γεμάτο από underground βρωμόμπιτα και μεταξύ άλλων περιέχει και κομμάτια από τον πρώτο gangsta rapper στην ιστορία, τον Schooly D. Ο ράπερ από τότε ξεκίνησε μια συνεργασία με τον σκηνοθέτη, που θα συνεχιστεί και στην επόμενη ταινία του το «Bad Lieutenant» (1992), αλλά εκεί δυστυχώς θα αναγκαστούν να αφαιρέσουν τα κομμάτια λόγω πνευματικών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα ο Jimmy Page των Led Zeppelin μήνυσε τον Schooly D επειδή δεν είχε νόμιμη άδεια για το κομμάτι του «Signifying Rapper», το οποίο δανειζόταν ηχητικό δείγμα (sample) από το «Kashmir». Βέβαια, μετά από μερικά χρόνια, ο ίδιος ο Page δεν είχε πρόβλημα να παίζει την μελωδία του και μάλιστα με την συνοδεία συμφωνικής, στο «Come With Me» του Puff Daddy, από το soundtrack του «Godzilla». Φαίνεται ήταν τα λεφτά...αισθήματα που τον κάνανε να αλλάξει γνώμη για την χρήση των samples, αλλά ας μην επεκταθώ γιατί ξεφύγαμε από το θέμα μας.
Στα της ταινίας τώρα, σήμερα θεωρείται cult, όπως και όλες του Ferrara άλλωστε, και ο χαρακτήρας του Frank White κλασικός, κάτι αντίστοιχο με αυτόν του Tony Montana που υποδύθηκε με πάθος ο Al Pacino στο «Scarface» του Brian De Palma. O ράπερ Notorious B.I.G. βαθιά επηρεασμένος από την ιδιαίτερη προσωπικότητα του White χρησιμοποίησε το όνομά του σαν σαν δεύτερο καλλιτεχνικό ψευδώνυμο και έγραψε το ομώνυμο κομμάτι «King of N.Y.» βασισμένος στην ταινία.
Βαθμολογία: 8/10
Η Ώρα του Λύκου / Hour of the Wolf (1968)
a/k/a Vargtimmen
Πρωταγωνιστούν: Max Von Sydow, Liv Ullman, Gertrud Fridh
Συντάκτης: Thodoris KL
Ένας διάσημος ζωγράφος μετακομίζει μαζί με την σύντροφο του σε ένα απομονωμένο νησί, αναζητώντας αυτό το κάτι που θα επαναφέρει την χαμένη του
έμπνευση. Με τον καιρό η απομόνωση θα φέρει στο μυαλό του ξεχασμένους
εφιάλτες από τα παιδικά του χρόνια μέχρι και σήμερα, που θα τον
οδηγήσουν στα όρια της τρέλας. Η σύντροφος του θα βρει το ημερολόγιό του
και διαβάζοντας τα όσα έχουν συμβεί θα αρχίσει να επηρεάζεται και
εκείνη. Οι δυο τους θα μένουν ξάγρυπνοι από τα μεσάνυχτα μέχρι και την
ανατολή του ηλίου.Τότε θα σημάνει η ώρα του λύκου, το σκοτεινότερο
κομμάτι του χρόνου.
Ώρα του λύκου, σύμφωνα με τη σκανδιναβική παράδοση ονομάζεται η ώρα που ο λύκος παραμονεύει έξω από την πόρτα. Μεταξύ της νύχτας και της αυγής κάπου 3-4 τα χαράματα , είναι η ώρα που πεθαίνουν και γεννιούνται οι περισσότεροι άνθρωποι.
Για όσους κοιμούνται , είναι η ώρα που τα όνειρα γίνονται εφιάλτες και για όσους μένουν άγρυπνοι, είναι
η στιγμή που νιώθουν ένα απόκοσμο φόβο και το μόνο που ακούν είναι ο
ήχος της καρδιάς τους. Όσοι πάλι μένουν ξύπνιοι ,αλλά έχουν παρέα, είναι
η ώρα των μεγάλων εξομολογήσεων.Την χρονιά που κυκλοφόρησαν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού σημαντικά αριστουργήματα όπως το «Rosemary's Baby» του Roman Polanski και το «Νight of the Living Dead» του George Romero και ανανέωσαν το είδος του τρόμου, ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους σκηνοθέτες έβαλε με τον τρόπο του το δικό του λιθαράκι. Και τι λιθαράκι ! Ογκόλιθος ολόκληρος !
Η «Ώρα του Λύκου» είναι ένα μίγμα γοτθικού τρόμου και σουρεαλιστικού δράματος. Η ιστορία φέρνει στο μυαλό το μεταγενέστερο «The Shining» (τόσο το πρωτότυπο του Stephen King, όσο και την εκδοχή του Kubrick) και το σχετικά πρόσφατο «Shutter Island» του Martin Scorcese. Θεωρώντας πως όλες οι ταινίες του Bergman έχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, αυτή είναι πιθανότατα η πιο προσωπική. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερα τρομαχτικές σκηνές και καθόλου gore, αλλά σου προσφέρει τροφή για σκέψη. Θα την συνιστούσα κυρίως στους φανς του Bergman των δεκαετιών '50 και '60 (όπου αναμφίβολα ήταν και η καλύτερη περίοδός του) και στους φίλους του arthouse κινηματογράφου.
Είναι προφανές ότι «Η Ώρα του Λύκου» ασχολείται με την έναρξη της ψύχωσης του Johan Borg (που εκφράζεται κυρίως με οπτικές παραισθήσεις). Ο Μπέργκμαν είχε μελετήσει την ανθρώπινη ψυχή και την ψυχική ασθένεια σε βάθος. Ωστόσο, μετά από την προβολή της ταινίας βρήκα αρκετά ενδιαφέρον το γεγονός ότι ασχολείται επίσης με ένα μάλλον σπάνιο ψυχιατρικό σύνδρομο που ονομάζεται «folie a deux». Σε αυτό το σύνδρομο, ένα σύμπτωμα της ψύχωσης μπορεί να μεταδοθεί από ένα άτομο (Johan) σε ένα άλλο (Alma). Kάτι σαν μεταδοτική ασθένεια, το δεύτερο άτομο επηρεάζεται από τις εμμονές του πρώτου και η παράνοια πλέον μοιράζεται στα δύο. Τα λόγια της Alma λίγο πρίν τους τίτλους τέλους («Στα χρόνια που περάσαν εγώ κι ο άντρας μου γίναμε ένα πρόσωπο, οπότε ίσως κάποιες από τις παραισθήσεις του να γίνανε και δικές μου») το αποδεικνύουν.
Άλλες ταινίες που ασχολούνται με το ίδιο ψυχιατρικό σύνδρομο είναι το «Persona» επίσης του Bergman, το «Bug» του William Friedkin και το «Antichrist» του Lars Von Trier.
Bαθμολογία: 10/10
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








