Σκηνοθεσία: Νίκος Τζίμας
Πρωταγωνιστούν: Νίκος Κούρκουλος, Νίκη Τριανταφυλλίδη
Συντάκτης: Καλόγερος
Η μούρη τού Κούρκουλου, γενικά, δεν μου είναι και πολύ αρεστή. Δεν έχω δει άλλες ταινίες του, μόνο αποσπάσματα και υποθέσεις, αλλά είμαι σίγουρος πως παίζει παντού ρόλους του ίδιου στυλ, μακάρι να είχα δει κι άλλες ταινίες να υποστηρίξω τη δήλωσή μου, όμως αυτό δεν νομίζω να συμβεί ποτέ, αφού δεν θα βάλω εύκολα να δω ταινία που πρωταγωνιστεί. Παρόλα αυτά, αυτό δεν είναι το πρόβλημά μου με τον Αστραπόγιαννο... Η ταινία βασίζεται σε πραγματικό πρόσωπο, τον Γιάννο "Αστραπόγιαννο", αλλά απλώς βασίζεται, δεν είναι η πραγματική ιστορία του Αστραπόγιαννου, την οποία κάποιος μπορεί να ψάξει και να διαβάσει εάν ενδιαφέρεται.
Στην ταινία ο Αστραπόγιαννος, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, επιστρέφει στο χωριό του για να ξεκινήσει μία νέα ζωή, αλλά αντιλαμβάνεται πως η ζωή των συγχωριανών του δεν έχει αλλάξει, αφού ένας τσιφλικάς τους έχει πάρει τη γη, τους βάζει να δουλεύουν και τα λεφτά που τους δίνει δεν φτάνουν για να ζήσουν αξιοπρεπώς. Συνεπώς, αρχίζει μία σύγκρουση μεταξύ του τσιφλικά και του Αστραπόγιαννου, με τον τελευταίο να επιστρέφει στα βουνά με σκοπό να αποδώσει δικαιοσύνη.
Σέβομαι το ότι η κεντρική ιδέα είναι να δοθεί μία εικόνα της πραγματικότητας εκείνης της εποχής, όπου οι άνθρωποι υπέφεραν από μεγαλογαιοκτήμονες (τσιφλικάδες), που τους είχαν πάρει τη γη και τους εκμεταλλεύονταν αφήνοντάς τους να ζουν στην εξαθλίωση. Η υπόθεση είναι παρόμοια με πολλά γουέστερν, γι' αυτό και συμπεριλαμβάνω την ταινία στα "φασολάδα γουέστερν" (χωρίς, εννοείται, να το λέω υποτιμητικά).
Ο "Αστραπόγιαννος", όμως, έχει αφενός τον Νίκο Κούρκουλο, ο οποίος δεν είναι ιδιαίτερα πειστικός στον ρόλο του και αφετέρου οι σκηνές που υποτίθεται πως έχουν ένταση σε κάνουν απλώς να χασμουριέσαι, επειδή δεν βρίσκεται ακριβώς κάποιο νόημα σε όσα γίνονται. Η ταινία, επίσης, έχει έντονο και το ρομαντικό στοιχείο, το οποίο εμένα προσωπικά με απωθεί και το χειρότερο είναι πως καθορίζει πολλά πράγματα στην εξέλιξη της υπόθεσης, τα οποία δείχνουν παράλογα, όπως και πολλές φορές, γενικά, φαίνεται να μην υπάρχει μία λογική συνέχεια στα συμβάντα. Πρόσωπα μπαίνουν από το πουθενά και αποφασίζουν τι θα γίνει στη συνέχεια, γι' αυτό και δεν είναι πειστικά όσα γίνονται.
Εν κατακλείδι, η ταινία βλέπεται, δεν είναι για πέταμα, μόνο αν την αγοράζατε θα ήταν πεταμένα λεφτά. Αν ήταν κάποιος καλός στη θέση τού Κούρκουλου, τότε θα ήταν κάπως ανώτερη.
Βαθμολογία: 6/10
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Western. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Western. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014
Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014
Η Μεγάλη Μονομαχία / The Grand Duel (1972)
Σκηνοθέτης: Giancarlo Santi
Πρωταγωνιστούν: Lee Van Cleef, Alberto Dentice
Συντάκτης: Καλόγερος
Ο Lee Van Cleef έχει αφήσει εποχή στα σπαγγέτι γουέστερν και όχι τυχαία. "Η Μεγάλη Μονομαχία" οπωσδήποτε δεν είναι η καλύτερη ταινία του, αλλά δεν παύει να είναι απολαυστικός όταν κρατάει εξάσφαιρο περίστροφο και στο στόμα έχει την πίπα του ή πούρο. Σπουδαίο ηθοποιό δεν τον θεωρώ, αλλά σε αυτό το είδος είναι άψογος και από τους λίγους που το κάνουν τόσο καλά. Γνωστός είναι κυρίως από το "Ο Καλός, ο Κακός κι ο Άσχημος", όπου έπαιζε τον Αγγελομάτη, ή αλλιώς "Κακό". Στη "Μεγάλη Μονομαχία", ωστόσο, ο ρόλος του είναι πιο "ρομαντικός", αφού υποδύεται έναν πρώην σερίφη που σώζει έναν νεαρό καταζητούμενο από τα δόντια των κυνηγών επικηρυγμένων, για άγνωστη αιτία.
Ενώ όταν τελείωσε την ταινία είχα την εντύπωση πως είδα ένα ακόμα τυπικό γουέστερν, όπου ξεχωρίζει ο Lee Van Cleef, η υπόθεση δεν είναι τόσο τυπική. Η ταινία προσπαθεί να ενσωματώσει μία πλοκή και ατμόσφαιρα που τείνουν σε "μυστηρίου" σε ένα παραδοσιακό γουέστερν με μονομαχίες και πολύ μπαμ-μπουμ. Το μπαμ-μπουμ είναι πετυχημένο, αλλά η υπόθεση δεν σε κρατάει σε αγωνία. Αντί για αυτό, σε αφήνει με ένα ερωτηματικό στο κεφάλι μέχρι να απαντηθεί το ερώτημα. Ο σκηνοθέτης δεν έχει την κατάλληλη δεξιοτεχνία για να σε κάνει να θέλεις πραγματικά τη συνέχεια. Αν το κατάφερνε αυτό, τότε η ταινία δεν θα έκανε μόνο για τους γουέστερν φαν, αλλά και άλλοι θα μπορούσαν να την δουν ευχάριστα.
Οι κακοί της ταινίας είναι τρία αδέρφια, ένας μαλάκας σερίφης, ένας μαλάκας κι ένας ισχυρός μαλάκας. Ο "μαλάκας σκέτο" δείχνει να προσπαθεί να κάνει μία αξέχαστη ερμηνεία, αλλά δεν το καταφέρνει. Ίσως αξέχαστη να μας μείνει η ασχήμια του. Κάτι είναι κι αυτό.
Και φτάνω σε άλλο έναν επίλογο γουέστερν, όπου πρέπει να παραδεχτώ με βαριά καρδιά πως αυτή η ταινία θα αρέσει μόνο σε φαν των γουέστερν, όχι σε άσχετους με το είδος. Και οι γούεστερν φαν, βέβαια, δεν νομίζω να ενθουσιαστούν, αφού ούτε εγώ ενθουσιάστηκα, απλώς είναι Lee Van Cleef και ταινίες που πρωταγωνιστεί δεν πρέπει να περνούν απαρατήρητες.
Βαθμολογία: 7/10
Πρωταγωνιστούν: Lee Van Cleef, Alberto Dentice
Συντάκτης: Καλόγερος
Ο Lee Van Cleef έχει αφήσει εποχή στα σπαγγέτι γουέστερν και όχι τυχαία. "Η Μεγάλη Μονομαχία" οπωσδήποτε δεν είναι η καλύτερη ταινία του, αλλά δεν παύει να είναι απολαυστικός όταν κρατάει εξάσφαιρο περίστροφο και στο στόμα έχει την πίπα του ή πούρο. Σπουδαίο ηθοποιό δεν τον θεωρώ, αλλά σε αυτό το είδος είναι άψογος και από τους λίγους που το κάνουν τόσο καλά. Γνωστός είναι κυρίως από το "Ο Καλός, ο Κακός κι ο Άσχημος", όπου έπαιζε τον Αγγελομάτη, ή αλλιώς "Κακό". Στη "Μεγάλη Μονομαχία", ωστόσο, ο ρόλος του είναι πιο "ρομαντικός", αφού υποδύεται έναν πρώην σερίφη που σώζει έναν νεαρό καταζητούμενο από τα δόντια των κυνηγών επικηρυγμένων, για άγνωστη αιτία.
Ενώ όταν τελείωσε την ταινία είχα την εντύπωση πως είδα ένα ακόμα τυπικό γουέστερν, όπου ξεχωρίζει ο Lee Van Cleef, η υπόθεση δεν είναι τόσο τυπική. Η ταινία προσπαθεί να ενσωματώσει μία πλοκή και ατμόσφαιρα που τείνουν σε "μυστηρίου" σε ένα παραδοσιακό γουέστερν με μονομαχίες και πολύ μπαμ-μπουμ. Το μπαμ-μπουμ είναι πετυχημένο, αλλά η υπόθεση δεν σε κρατάει σε αγωνία. Αντί για αυτό, σε αφήνει με ένα ερωτηματικό στο κεφάλι μέχρι να απαντηθεί το ερώτημα. Ο σκηνοθέτης δεν έχει την κατάλληλη δεξιοτεχνία για να σε κάνει να θέλεις πραγματικά τη συνέχεια. Αν το κατάφερνε αυτό, τότε η ταινία δεν θα έκανε μόνο για τους γουέστερν φαν, αλλά και άλλοι θα μπορούσαν να την δουν ευχάριστα.
Οι κακοί της ταινίας είναι τρία αδέρφια, ένας μαλάκας σερίφης, ένας μαλάκας κι ένας ισχυρός μαλάκας. Ο "μαλάκας σκέτο" δείχνει να προσπαθεί να κάνει μία αξέχαστη ερμηνεία, αλλά δεν το καταφέρνει. Ίσως αξέχαστη να μας μείνει η ασχήμια του. Κάτι είναι κι αυτό.
Και φτάνω σε άλλο έναν επίλογο γουέστερν, όπου πρέπει να παραδεχτώ με βαριά καρδιά πως αυτή η ταινία θα αρέσει μόνο σε φαν των γουέστερν, όχι σε άσχετους με το είδος. Και οι γούεστερν φαν, βέβαια, δεν νομίζω να ενθουσιαστούν, αφού ούτε εγώ ενθουσιάστηκα, απλώς είναι Lee Van Cleef και ταινίες που πρωταγωνιστεί δεν πρέπει να περνούν απαρατήρητες.
Βαθμολογία: 7/10
Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014
Η Αιχμάλωτος της Ερήμου / The Searchers (1956)
Σκηνοθεσία: John Ford
Πρωταγωνιστούν: John Wayne, Jeffrey Hunter, Vera Miles, Ward Bond
Συντάκτης: Καλόγερος
Για τον John Wayne συνήθως δεν χρειάζονται συστάσεις μιας και είναι θρύλος στο είδος των γουέστερν και όποιος ξέρει από γουέστερν ξέρει και από John Wayne, αφού άλλωστε η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών του είναι γουέστερν και έχει κάνει πολλές ταινίες. Εγώ δεν τον έχω σαν θεό του κινηματογράφου, όπως πολλοί, και μάλιστα δεν τον θεωρώ καν από τους καλύτερος, αλλά λίγες είναι οι ταινίες που έχω δει με αυτόν. Η αλήθεια είναι πως έχει ένα στυλ, σου δίνει την εντύπωση μιας ηγετικής μορφής, ένας γενναίος άντρας, δυνατός, ατρόμητος... σκληρό καρύδι, που λέμε. Όλα του τα γουέστερν, όμως, είναι αμερικάνικα και εγώ τα αμερικάνικα δεν τα πολυ-συμπαθώ. Αλλά "Η Αιχμάλωτος της Ερήμου" ήταν μία ευχάριστη έκπληξη.
Ο John Wayne υποδύεται έναν σκληροτράχηλο βετεράνο τού Εμφυλίου πολέμου, ο οποίος ψάχνει να βρει τις ανιψιές του που απήχθησαν από Ινδιάνους. Μιας και μιλήσαμε για Ινδιάνους, ο ρόλος των Ινδιάνων στα αμερικάνικα γουέστερν είναι ένας από τους λόγους που με κάνει να μη τα βλέπω με καλό μάτι, αφού πάντα τους παρουσιάζουν ως κακούς και τους βάζουν να επιτίθενται χωρίς προφανή λόγο σε όποιον βρουν μπροστά τους. Και, βεβαίως, μπροστά τους πάντα τυγχάνει να βρίσκονται καλοπροαίρετοι Αμερικάνοι πολίτες. Γενικά, θα συναντήσει κανείς αρκετά προπαγανδιστικά μηνύματα σε τέτοια γουέστερν. Τέλος πάντων.
Ο ρόλος τού Ethan Edwards είναι κομμένος και ραμμένος στα (σχεδόν) 2 μέτρα τού John Wayne, με την παρουσία τού "πιτσιρικά" Jeffrey Hunter να κάνει την όλη ατμόσφαιρα της ταινίας πιο ευχάριστη και απολαυστική. Σε αυτό συμβάλει και η κωμικο-δραματική σχέση του με την Vera Miles. Δεν είναι ένα απλό γουέστερν, αλλά μία περιπέτεια με σκοπό τη διάσωση δυο κοριτσιών που όσο προχωράει αποκτά περισσότερη αγωνία και ενδιαφέρον. Δεν είναι κανένα αριστούργημα (ούτε καν πλησιάζει), αλλά ανώτερο από άλλα γουέστερν, χωρίς να ευθύνεται γι αυτό η παρουσία τού John Wayne, ο οποίος δεν έχει και πολλές επιλογές όταν είναι να υποδυθεί κάποιον κινηματογραφικό χαρακτήρα, αφού δεν ξέρει να κάνει κάτι άλλο. Συγχαρητήρια πρέπει να δοθούν κυρίως στον σκηνοθέτη και στον συγγραφέα του βιβλίου, το οποίο ενέπνευσε την ταινία. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, όλοι καλή δουλειά έκαναν.
Βαθμολογία: 8/10
Πρωταγωνιστούν: John Wayne, Jeffrey Hunter, Vera Miles, Ward Bond
Συντάκτης: Καλόγερος
Για τον John Wayne συνήθως δεν χρειάζονται συστάσεις μιας και είναι θρύλος στο είδος των γουέστερν και όποιος ξέρει από γουέστερν ξέρει και από John Wayne, αφού άλλωστε η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών του είναι γουέστερν και έχει κάνει πολλές ταινίες. Εγώ δεν τον έχω σαν θεό του κινηματογράφου, όπως πολλοί, και μάλιστα δεν τον θεωρώ καν από τους καλύτερος, αλλά λίγες είναι οι ταινίες που έχω δει με αυτόν. Η αλήθεια είναι πως έχει ένα στυλ, σου δίνει την εντύπωση μιας ηγετικής μορφής, ένας γενναίος άντρας, δυνατός, ατρόμητος... σκληρό καρύδι, που λέμε. Όλα του τα γουέστερν, όμως, είναι αμερικάνικα και εγώ τα αμερικάνικα δεν τα πολυ-συμπαθώ. Αλλά "Η Αιχμάλωτος της Ερήμου" ήταν μία ευχάριστη έκπληξη.
Ο John Wayne υποδύεται έναν σκληροτράχηλο βετεράνο τού Εμφυλίου πολέμου, ο οποίος ψάχνει να βρει τις ανιψιές του που απήχθησαν από Ινδιάνους. Μιας και μιλήσαμε για Ινδιάνους, ο ρόλος των Ινδιάνων στα αμερικάνικα γουέστερν είναι ένας από τους λόγους που με κάνει να μη τα βλέπω με καλό μάτι, αφού πάντα τους παρουσιάζουν ως κακούς και τους βάζουν να επιτίθενται χωρίς προφανή λόγο σε όποιον βρουν μπροστά τους. Και, βεβαίως, μπροστά τους πάντα τυγχάνει να βρίσκονται καλοπροαίρετοι Αμερικάνοι πολίτες. Γενικά, θα συναντήσει κανείς αρκετά προπαγανδιστικά μηνύματα σε τέτοια γουέστερν. Τέλος πάντων.
Ο ρόλος τού Ethan Edwards είναι κομμένος και ραμμένος στα (σχεδόν) 2 μέτρα τού John Wayne, με την παρουσία τού "πιτσιρικά" Jeffrey Hunter να κάνει την όλη ατμόσφαιρα της ταινίας πιο ευχάριστη και απολαυστική. Σε αυτό συμβάλει και η κωμικο-δραματική σχέση του με την Vera Miles. Δεν είναι ένα απλό γουέστερν, αλλά μία περιπέτεια με σκοπό τη διάσωση δυο κοριτσιών που όσο προχωράει αποκτά περισσότερη αγωνία και ενδιαφέρον. Δεν είναι κανένα αριστούργημα (ούτε καν πλησιάζει), αλλά ανώτερο από άλλα γουέστερν, χωρίς να ευθύνεται γι αυτό η παρουσία τού John Wayne, ο οποίος δεν έχει και πολλές επιλογές όταν είναι να υποδυθεί κάποιον κινηματογραφικό χαρακτήρα, αφού δεν ξέρει να κάνει κάτι άλλο. Συγχαρητήρια πρέπει να δοθούν κυρίως στον σκηνοθέτη και στον συγγραφέα του βιβλίου, το οποίο ενέπνευσε την ταινία. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, όλοι καλή δουλειά έκαναν.
Βαθμολογία: 8/10
Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014
Γρήγορη και Θανάσιμη / The Quick and the Dead (1995)
Σκηνοθεσία: Sam Raimi
Πρωταγωνιστούν: Sharon Stone, Gene Hackman, Russel Crowe, Leonardo DiCaprio
Συντάκτης: Καλόγερος
Η "Γρήγορη και Θανάσιμη" είναι ένα γουέστερν όχι από τα παλιά, αν και γυρίστηκε το 1995 και οι περισσότεροι θα σκεφτούν "παλιά ταινία". Και δεν διαφέρει μόνο χρονολογικά από τις παλιότερες ταινίες του ίδιου είδους. Η αισθητική, πρώτον, της ταινίας είναι εντελώς διαφορετική και δεν πρόκειται να τη συναντήσει κανείς σε παλιότερο γουέστερν, αλλά και, γενικά, νομίζω ούτε σε κανένα από αυτά που γυρίστηκαν αργότερα. Είναι μία απόπειρα του σκηνοθέτη να εντάξει το είδος αυτό, του οποίου οι ιστορίες διαδραματίζονται στο παρελθόν, σε ένα νέο κινηματογραφικό στυλ με φιγούρες να ποζάρουν σε μαύρο background προτού τραβήξουν όπλο σε μία μονομαχία, πανοραμικά και πλάγια πλάνα... Αυτό εμένα με ξενίζει που είμαι φαν των γουέστερν, αλλά δεν μπορώ να πω πως το βρήκα εντελώς απωθητικό. Αντιθέτως, το βρήκα συμπαθητικό, παρότι προτιμώ τα παλιότερα.
Η κεντρική ιδέα της υπόθεσης, εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα, είναι παραδοσιακή, κλισέ θα λέγαμε: εκδίκηση. Αλλά έχουμε μία γυναίκα που ψάχνει εκδίκηση για τον χαμένο πατέρα της και λαμβάνει μέρος σε ένα τουρνουά τραβήγματος όπλου, γιατί υποθέτω θα έχει σχέση με τον στόχο της. Στην ιστορία μπλέκονται ένας πλούσιος γέρος πιστολέρο, ένας φυλακισμένος παπάς πιστολέρο κι ένας πολύ νέος πιστολέρο.
Πρωταγωνίστρια είναι η σεξοβόμβα, που έγινε θρύλος μετά το "Βασικό Ένστικτο" όταν άνοιγε τα πόδια της και δεν φορούσε βρακάκι, Sharon Stone. Προσπαθεί να ενσωματωθεί στο ρόλο της σκληρής γυναίκας με τη ραγισμένη καρδιά, αλλά εμένα προσωπικά δεν με έπεισε και τόσο. Είναι όμορφη, πάντως, και αυτό είναι ένα συν. Μία κουκλάρα άσσος στο πιστόλι ανάμεσα σε τόσους άντρες. Και το υπόλοιπο cast είναι ενδιαφέρον: ο μεγαλόσωμος Gene Hackman, που τρία χρόνια πριν είχε πρωταγωνιστήσει σε άλλο ένα γουέστερν με τον Clint Eastwood (!), το Unforgiven. Βλέπουμε, επίσης, τον Russel Crowe, ο οποίος πρωταγωνίστησε πρόσφατα (2007) στο "Τελευταίο τρένο για τη Yuma" με τον Christian Bale, το οποίο είναι remake ενός παλιού γουέστερν. Τελευταίος ο μικρότερος της παρέας, ο οποίος δεν είναι παρά ένα νεαρό αγόρι στην ταινία, ο Leonardo DiCaprio, που επίσης πρωταγωνίστησε το 2012 στο Django Unchained τού Tarantino, ένα επικό γουέστερν.
Η ταινία έχει αρκετό πιστολίδι και εξέλιξη και έτσι καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή σε εγρήγορση. Μολονότι γουέστερν, έχω την εντύπωση πως οι φαν των γουέστερν δεν πρόκειται να το εκτιμήσουν ιδιαίτερα. Απευθύνεται μάλλον σε αυτούς που βαριούνται τα παλιά γουέστερν και προτιμούν κάτι πιο πιασάρικο με παραπάνω δράση, ή απλώς κάτι πιο καινούργιο (γιατί και αυτό παίζει ρόλο στον θεατή). Οπωσδήποτε δεν το χαρακτηρίζω κάτι σπουδαίο, αλλά είναι μία ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική ταινία. Θα προτιμούσα να έδινε φόρο τιμής μέσω της υπόθεσης, των διαλόγων κτλ σε παλιότερες ταινίες, έτσι θα γινόταν πιο απολαυστική και θα το κοινό θα την έβλεπε με άλλο μάτι.
Βαθμολογία: 7/10
Πρωταγωνιστούν: Sharon Stone, Gene Hackman, Russel Crowe, Leonardo DiCaprio
Συντάκτης: Καλόγερος
Η "Γρήγορη και Θανάσιμη" είναι ένα γουέστερν όχι από τα παλιά, αν και γυρίστηκε το 1995 και οι περισσότεροι θα σκεφτούν "παλιά ταινία". Και δεν διαφέρει μόνο χρονολογικά από τις παλιότερες ταινίες του ίδιου είδους. Η αισθητική, πρώτον, της ταινίας είναι εντελώς διαφορετική και δεν πρόκειται να τη συναντήσει κανείς σε παλιότερο γουέστερν, αλλά και, γενικά, νομίζω ούτε σε κανένα από αυτά που γυρίστηκαν αργότερα. Είναι μία απόπειρα του σκηνοθέτη να εντάξει το είδος αυτό, του οποίου οι ιστορίες διαδραματίζονται στο παρελθόν, σε ένα νέο κινηματογραφικό στυλ με φιγούρες να ποζάρουν σε μαύρο background προτού τραβήξουν όπλο σε μία μονομαχία, πανοραμικά και πλάγια πλάνα... Αυτό εμένα με ξενίζει που είμαι φαν των γουέστερν, αλλά δεν μπορώ να πω πως το βρήκα εντελώς απωθητικό. Αντιθέτως, το βρήκα συμπαθητικό, παρότι προτιμώ τα παλιότερα.
Η κεντρική ιδέα της υπόθεσης, εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα, είναι παραδοσιακή, κλισέ θα λέγαμε: εκδίκηση. Αλλά έχουμε μία γυναίκα που ψάχνει εκδίκηση για τον χαμένο πατέρα της και λαμβάνει μέρος σε ένα τουρνουά τραβήγματος όπλου, γιατί υποθέτω θα έχει σχέση με τον στόχο της. Στην ιστορία μπλέκονται ένας πλούσιος γέρος πιστολέρο, ένας φυλακισμένος παπάς πιστολέρο κι ένας πολύ νέος πιστολέρο.
Πρωταγωνίστρια είναι η σεξοβόμβα, που έγινε θρύλος μετά το "Βασικό Ένστικτο" όταν άνοιγε τα πόδια της και δεν φορούσε βρακάκι, Sharon Stone. Προσπαθεί να ενσωματωθεί στο ρόλο της σκληρής γυναίκας με τη ραγισμένη καρδιά, αλλά εμένα προσωπικά δεν με έπεισε και τόσο. Είναι όμορφη, πάντως, και αυτό είναι ένα συν. Μία κουκλάρα άσσος στο πιστόλι ανάμεσα σε τόσους άντρες. Και το υπόλοιπο cast είναι ενδιαφέρον: ο μεγαλόσωμος Gene Hackman, που τρία χρόνια πριν είχε πρωταγωνιστήσει σε άλλο ένα γουέστερν με τον Clint Eastwood (!), το Unforgiven. Βλέπουμε, επίσης, τον Russel Crowe, ο οποίος πρωταγωνίστησε πρόσφατα (2007) στο "Τελευταίο τρένο για τη Yuma" με τον Christian Bale, το οποίο είναι remake ενός παλιού γουέστερν. Τελευταίος ο μικρότερος της παρέας, ο οποίος δεν είναι παρά ένα νεαρό αγόρι στην ταινία, ο Leonardo DiCaprio, που επίσης πρωταγωνίστησε το 2012 στο Django Unchained τού Tarantino, ένα επικό γουέστερν.
Η ταινία έχει αρκετό πιστολίδι και εξέλιξη και έτσι καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή σε εγρήγορση. Μολονότι γουέστερν, έχω την εντύπωση πως οι φαν των γουέστερν δεν πρόκειται να το εκτιμήσουν ιδιαίτερα. Απευθύνεται μάλλον σε αυτούς που βαριούνται τα παλιά γουέστερν και προτιμούν κάτι πιο πιασάρικο με παραπάνω δράση, ή απλώς κάτι πιο καινούργιο (γιατί και αυτό παίζει ρόλο στον θεατή). Οπωσδήποτε δεν το χαρακτηρίζω κάτι σπουδαίο, αλλά είναι μία ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική ταινία. Θα προτιμούσα να έδινε φόρο τιμής μέσω της υπόθεσης, των διαλόγων κτλ σε παλιότερες ταινίες, έτσι θα γινόταν πιο απολαυστική και θα το κοινό θα την έβλεπε με άλλο μάτι.
Βαθμολογία: 7/10
Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014
El Dorado (1966)
Σκηνοθεσία: Howard Hawks
Πρωταγωνιστούν: John Wayne, Robert Mitchum, James Caan
Συντάκτης: Καλόγερος
John Wayne και ξερό ψωμί!... θα λεγε ένας φαν τού John Wayne, ξεκινώντας το review. Εγώ δεν είμαι φαν, αλλά ούτε τον αντιπαθώ. Η αλήθεια είναι πως παρά την αγάπη μου για τα γουέστερν είχα δει μόνο ένα με τον John Wayne (το El Dorado είναι το δεύτερο), επειδή δεν τα πολυ-συμπαθώ τα αμερικάνικα, προτιμώ τα σπαγγέτι. Η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις, όμως. Αποφάσισα να δω το El Dorado, αντί για κάποιο άλλο, λόγω του "ντουέτου" John Wayne - Robert Mitchum. Τον Robert Mitchum τον έχω δει και σε άλλες ταινίες, και δεν είναι άσχημος. Όσον αφορά στον John Wayne, βαθιά μέσα μου το ήξερα πως έπρεπε να δω κι άλλα γουέστερν που πρωταγωνιστεί.
Αρχικά, πρέπει να παραδεχτώ πως ήταν αρκετά καλύτερο απ ό,τι περίμενα. Οι δύο πρωταγωνιστές δένουν ωραία μεταξύ τους, αλλά και με τους δύο συμπρωταγωνιστές τους, τον James Caan κι έναν γέρο. Ο John Wayne υποδύεται έναν πιστολέρο, που αποφασίζει να βοηθήσει έναν παλιόφιλο σερίφη, πλέον μέθυσο (Robert Mitchum), όταν μαθαίνει πως επρόκειτο να ταρακουνήσουν την ησυχία της πόλης που βρίσκεται κάτω απ τη δικαιοδοσία του.
Αυτό που κάνει την ταινία απολαυστική είναι κυρίως οι χαρακτήρες, οι οποίοι είναι, εκτός των άλλων, κωμικά σκιαγραφημένοι. Το κερασάκι στην τούρτα είναι ο γέρος βοηθός του σερίφη, που αυτοαποκαλείται ινδιάνος πολεμιστής. Επιπλέον, υπάρχει συχνό πιστολίδι και καλά στημένο σε σκηνές που προκαλούν αγωνία και παραπέμπουν φυσικά σε ένα γουέστερν έτσι όπως πρέπει να είναι.
Η υπόθεση και οι χαρακτήρες και η σκηνοθεσία μαζί, βέβαια, δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν κάτι το εντελώς ξεχωριστό, κάτι σπουδαίο. Το El Dorado είναι απλώς ένα καλό γουέστερν, όχι ψηλότερα από το μέσο όρο όσων έχω δει, αλλά καταφέρνει να μη γίνει βαρετό σε καμία στιγμή. Κι αυτό είναι καλό!
Βαθμολογία: 7/10
Πρωταγωνιστούν: John Wayne, Robert Mitchum, James Caan
Συντάκτης: Καλόγερος
John Wayne και ξερό ψωμί!... θα λεγε ένας φαν τού John Wayne, ξεκινώντας το review. Εγώ δεν είμαι φαν, αλλά ούτε τον αντιπαθώ. Η αλήθεια είναι πως παρά την αγάπη μου για τα γουέστερν είχα δει μόνο ένα με τον John Wayne (το El Dorado είναι το δεύτερο), επειδή δεν τα πολυ-συμπαθώ τα αμερικάνικα, προτιμώ τα σπαγγέτι. Η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις, όμως. Αποφάσισα να δω το El Dorado, αντί για κάποιο άλλο, λόγω του "ντουέτου" John Wayne - Robert Mitchum. Τον Robert Mitchum τον έχω δει και σε άλλες ταινίες, και δεν είναι άσχημος. Όσον αφορά στον John Wayne, βαθιά μέσα μου το ήξερα πως έπρεπε να δω κι άλλα γουέστερν που πρωταγωνιστεί.
Αρχικά, πρέπει να παραδεχτώ πως ήταν αρκετά καλύτερο απ ό,τι περίμενα. Οι δύο πρωταγωνιστές δένουν ωραία μεταξύ τους, αλλά και με τους δύο συμπρωταγωνιστές τους, τον James Caan κι έναν γέρο. Ο John Wayne υποδύεται έναν πιστολέρο, που αποφασίζει να βοηθήσει έναν παλιόφιλο σερίφη, πλέον μέθυσο (Robert Mitchum), όταν μαθαίνει πως επρόκειτο να ταρακουνήσουν την ησυχία της πόλης που βρίσκεται κάτω απ τη δικαιοδοσία του.
Αυτό που κάνει την ταινία απολαυστική είναι κυρίως οι χαρακτήρες, οι οποίοι είναι, εκτός των άλλων, κωμικά σκιαγραφημένοι. Το κερασάκι στην τούρτα είναι ο γέρος βοηθός του σερίφη, που αυτοαποκαλείται ινδιάνος πολεμιστής. Επιπλέον, υπάρχει συχνό πιστολίδι και καλά στημένο σε σκηνές που προκαλούν αγωνία και παραπέμπουν φυσικά σε ένα γουέστερν έτσι όπως πρέπει να είναι.
Η υπόθεση και οι χαρακτήρες και η σκηνοθεσία μαζί, βέβαια, δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν κάτι το εντελώς ξεχωριστό, κάτι σπουδαίο. Το El Dorado είναι απλώς ένα καλό γουέστερν, όχι ψηλότερα από το μέσο όρο όσων έχω δει, αλλά καταφέρνει να μη γίνει βαρετό σε καμία στιγμή. Κι αυτό είναι καλό!
Βαθμολογία: 7/10
Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014
Joe Kidd (1972)
Σκηνοθεσία: John Struges
Πρωταγωνιστούν: Clint Eastwood, Robert Duvall
Όταν αναφέρονται οι λέξεις "γουέστερν" και "Clint Eastwood" στην ίδια πρόταση, περιμένεις κάτι καταπληκτικό. Αλλά αυτό δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Ο Clint Eastwood δεν αποδεικνύει τον τίτλο του ως ο βασιλιάς των γουέστερν εδώ, αλλά και πάλι η ταινία του είναι καλύτερη από αρκετές άλλες τέτοιου τύπου. Συμπρωταγωνιστής είναι ο Robert Duvall το ίδιο έτος που έκανε τον περίφημο "Νονό". Επίσης, δεν είναι spaghetti western, και αυτό είναι κακό.
Παρακολουθούμε έναν πρώην κυνηγό επικηρυγμένων, τον Joe Kidd (Clint Eastwood) να συνεργάζεται με έναν πλούσιο μεγαλοκτηματία (Robert Duvall) για να πιάσουν έναν Μεξικανό επαναστάτη, που πρώτον, απειλεί να καταστρέψει όλα τα κτήματα και δεύτερον, απειλεί να σκοτώσει τον Joe Kidd, επειδή σκότωσε έναν σύντροφό του.
Δεν έχω και πολλά να πω, δεν υπάρχουν πράγματα να πω, δηλαδή. Οι ερμηνείες είναι εντάξει, η υπόθεση απλή. Η ταινία είναι μικρή και φεύγει γρήγορα, δεν κουράζει καθόλου, αλλά δεν νομίζω πως θα μείνει κάτι στον θεατή μετά την ολοκλήρωση της προβολής. Αυτό είναι κακό, αλλά όχι χειρότερο από το να είναι χάλια η ταινία. Εγώ προσωπικά απογοητεύτηκα λίγο, γιατί είναι ο Clint Eastwood πρωταγωνιστής και περίμενα κάτι καλύτερο. Είναι και ξυρισμένος! Άστο το μουσί, ρε παιδάκι μου, γαμώ τους Αμερικάνους που θέλουνε τους καλούς ξυρισμένους. Εδώ βάζω τελεία.
Βαθμολογία: 7/10
Πρωταγωνιστούν: Clint Eastwood, Robert Duvall
Όταν αναφέρονται οι λέξεις "γουέστερν" και "Clint Eastwood" στην ίδια πρόταση, περιμένεις κάτι καταπληκτικό. Αλλά αυτό δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Ο Clint Eastwood δεν αποδεικνύει τον τίτλο του ως ο βασιλιάς των γουέστερν εδώ, αλλά και πάλι η ταινία του είναι καλύτερη από αρκετές άλλες τέτοιου τύπου. Συμπρωταγωνιστής είναι ο Robert Duvall το ίδιο έτος που έκανε τον περίφημο "Νονό". Επίσης, δεν είναι spaghetti western, και αυτό είναι κακό.
Παρακολουθούμε έναν πρώην κυνηγό επικηρυγμένων, τον Joe Kidd (Clint Eastwood) να συνεργάζεται με έναν πλούσιο μεγαλοκτηματία (Robert Duvall) για να πιάσουν έναν Μεξικανό επαναστάτη, που πρώτον, απειλεί να καταστρέψει όλα τα κτήματα και δεύτερον, απειλεί να σκοτώσει τον Joe Kidd, επειδή σκότωσε έναν σύντροφό του.
Δεν έχω και πολλά να πω, δεν υπάρχουν πράγματα να πω, δηλαδή. Οι ερμηνείες είναι εντάξει, η υπόθεση απλή. Η ταινία είναι μικρή και φεύγει γρήγορα, δεν κουράζει καθόλου, αλλά δεν νομίζω πως θα μείνει κάτι στον θεατή μετά την ολοκλήρωση της προβολής. Αυτό είναι κακό, αλλά όχι χειρότερο από το να είναι χάλια η ταινία. Εγώ προσωπικά απογοητεύτηκα λίγο, γιατί είναι ο Clint Eastwood πρωταγωνιστής και περίμενα κάτι καλύτερο. Είναι και ξυρισμένος! Άστο το μουσί, ρε παιδάκι μου, γαμώ τους Αμερικάνους που θέλουνε τους καλούς ξυρισμένους. Εδώ βάζω τελεία.
Βαθμολογία: 7/10
Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014
Άσχημη Μέρα στον Μαύρο Βράχο / Bad Day At Black Rock (1955)
Σκηνοθεσία: John Sturges
Πρωταγωνιστούν: Spencer Tracy, Robert Ryan, Anne Francis, Dean Jagger
Συντάκτης: Thodoris KL
Βρισκόμαστε στο 1945, λίγο μετά την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια πόλη φάντασμα της άγριας δύσης με το όνομα Μαύρος Βράχος. Τα τρένα που κατευθύνονται προς το Λος Άντζελες διέρχονται χωρίς να πραγματοποιούν στάση εδώ και χρόνια. Σήμερα όμως μια αμαξοστοιχία θα σταματήσει και από αυτήν θα αποβιβαστεί ένας μυστηριώδης μονόχειρας. Οι λιγοστοί κάτοικοι της περιοχής, μην έχοντας συνηθίσει να δέχονται επισκέψεις, κοιτούν καχύποπτα τον ξένο. Αυτός φαίνεται σαν κάτι να ψάχνει κι είναι αποφασισμένος να το βρει μέσα στο επόμενο 24ωρο που θα διαρκέσει η παραμονή του στην πόλη. Πριν πέσει η νύχτα μια συμμορία αντρών που αποτελείται ως επί των πλείστων από κακοποιούς, αποφασίζει να τον βγάλει από τη μέση για να μην αποκαλυφθεί ποτέ το τρομαχτικό μυστικό που κρύβει ο Μαύρος Βράχος.
Από τις καλύτερες ταινίες του John Sturges (σκηνοθέτη του «Magnificent Seven» μεταξύ άλλων) o «Μαύρος Βράχος» είναι ένα αγωνιώδες θρίλερ, με στοιχεία γουέστερν και film-noir ή καλύτερα ένα γουέστερν όπως θα ήταν αν το είχε γυρίσει ο Alfred Hitchcock! Η υπόθεση απλή, μπαίνει κατευθείαν στο ψητό και καταφέρνει να διατηρήσει το σασπένς σε υψηλά επίπεδα μέχρι το τέλος και το λυτρωτικό του φινάλε.
Πρωταγωνιστεί ο βετεράνος ηθοποιός Spencer Tracy, πλαισιωμένος από αξιοσημείωτους συμπρωταγωνιστές, και παρόλο το πρόβλημα αλκοολισμού που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο, κατάφερε με το αψυχολόγητο ύφος του να δώσει την καλύτερη ερμηνεία της ζωής του και να κερδίσει το βραβείο κριτικών στο φεστιβάλ των Καννών.
O σκηνοθέτης John Sturges από την άλλη απέσπασε τη μοναδική υποψηφιότητά του για όσκαρ σκηνοθεσίας και μαζί του και ο Tracy που ήταν υποψήφιος Α' ανδρικού ρόλου, αλλά τελικά χάσανε το πολυπόθητο αγαλματίδιο μέσα από τα χέρια τους, καθώς οι νικητές ήταν οι Delbert Mann και Ernest Borgnine, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής της ταινίας «Marty» αντίστοιχα.
Η ταινία επανεκτελέστηκε το 2008 σε μια ταινία δράσης με τίτλο «H Συνωμοσία» (Conspiracy) με τον Adam Marcus στο σκηνοθετικό τιμόνι και πρωταγωνιστή τον Van Kilmer.
Κλείνοντας, να ξεκαθαρίσω πως ο «Μαύρος Βράχος» δεν είναι σε καμία περίπτωση παραδοσιακό γουέστερν. Δεν έχει ιδιαίτερα δυνατή δράση, απουσιάζουν οι μονομαχίες, τα πιστολίδια και ό,τι άλλο περίμενε να συναντήσει κανείς σε ταινία του είδους. Συν τοις άλλοις, η υπόθεση δεν εκτυλίσσεται στην Αμερική του τέλους του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα (ξέρετε Αμερικανικός Εμφύλιος, Ινδιάνοι, κυνήγι του χρυσου κτλ),όπως στα παραδοσιακά γουέστερν, αλλά στην μεταπολεμική, στα μέσα της δεκαετίας του '40. Θα έλεγα πως βασίζεται περισσότερο στο μυστήριο, την αγωνία, την ατμόσφαιρα και τις ερμηνείες οπότε οι φανς των θρίλερ και των film-noir ίσως να ικανοποιηθούν περισσότερο. Παρόλα αυτά, ανεξαρτήτως γούστων ή προτιμήσεων, θα πρότεινα να ρίξετε μια ματιά σε αυτό το μικρό αριστούργημα, γιατί σήμερα, αν και κλασικό, είναι αδίκως ξεχασμένο.
Βαθμολογία: 9/10
Πρωταγωνιστούν: Spencer Tracy, Robert Ryan, Anne Francis, Dean Jagger
Συντάκτης: Thodoris KL
Βρισκόμαστε στο 1945, λίγο μετά την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια πόλη φάντασμα της άγριας δύσης με το όνομα Μαύρος Βράχος. Τα τρένα που κατευθύνονται προς το Λος Άντζελες διέρχονται χωρίς να πραγματοποιούν στάση εδώ και χρόνια. Σήμερα όμως μια αμαξοστοιχία θα σταματήσει και από αυτήν θα αποβιβαστεί ένας μυστηριώδης μονόχειρας. Οι λιγοστοί κάτοικοι της περιοχής, μην έχοντας συνηθίσει να δέχονται επισκέψεις, κοιτούν καχύποπτα τον ξένο. Αυτός φαίνεται σαν κάτι να ψάχνει κι είναι αποφασισμένος να το βρει μέσα στο επόμενο 24ωρο που θα διαρκέσει η παραμονή του στην πόλη. Πριν πέσει η νύχτα μια συμμορία αντρών που αποτελείται ως επί των πλείστων από κακοποιούς, αποφασίζει να τον βγάλει από τη μέση για να μην αποκαλυφθεί ποτέ το τρομαχτικό μυστικό που κρύβει ο Μαύρος Βράχος.
Από τις καλύτερες ταινίες του John Sturges (σκηνοθέτη του «Magnificent Seven» μεταξύ άλλων) o «Μαύρος Βράχος» είναι ένα αγωνιώδες θρίλερ, με στοιχεία γουέστερν και film-noir ή καλύτερα ένα γουέστερν όπως θα ήταν αν το είχε γυρίσει ο Alfred Hitchcock! Η υπόθεση απλή, μπαίνει κατευθείαν στο ψητό και καταφέρνει να διατηρήσει το σασπένς σε υψηλά επίπεδα μέχρι το τέλος και το λυτρωτικό του φινάλε.
Πρωταγωνιστεί ο βετεράνος ηθοποιός Spencer Tracy, πλαισιωμένος από αξιοσημείωτους συμπρωταγωνιστές, και παρόλο το πρόβλημα αλκοολισμού που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο, κατάφερε με το αψυχολόγητο ύφος του να δώσει την καλύτερη ερμηνεία της ζωής του και να κερδίσει το βραβείο κριτικών στο φεστιβάλ των Καννών.
O σκηνοθέτης John Sturges από την άλλη απέσπασε τη μοναδική υποψηφιότητά του για όσκαρ σκηνοθεσίας και μαζί του και ο Tracy που ήταν υποψήφιος Α' ανδρικού ρόλου, αλλά τελικά χάσανε το πολυπόθητο αγαλματίδιο μέσα από τα χέρια τους, καθώς οι νικητές ήταν οι Delbert Mann και Ernest Borgnine, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής της ταινίας «Marty» αντίστοιχα.
Η ταινία επανεκτελέστηκε το 2008 σε μια ταινία δράσης με τίτλο «H Συνωμοσία» (Conspiracy) με τον Adam Marcus στο σκηνοθετικό τιμόνι και πρωταγωνιστή τον Van Kilmer.
Κλείνοντας, να ξεκαθαρίσω πως ο «Μαύρος Βράχος» δεν είναι σε καμία περίπτωση παραδοσιακό γουέστερν. Δεν έχει ιδιαίτερα δυνατή δράση, απουσιάζουν οι μονομαχίες, τα πιστολίδια και ό,τι άλλο περίμενε να συναντήσει κανείς σε ταινία του είδους. Συν τοις άλλοις, η υπόθεση δεν εκτυλίσσεται στην Αμερική του τέλους του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα (ξέρετε Αμερικανικός Εμφύλιος, Ινδιάνοι, κυνήγι του χρυσου κτλ),όπως στα παραδοσιακά γουέστερν, αλλά στην μεταπολεμική, στα μέσα της δεκαετίας του '40. Θα έλεγα πως βασίζεται περισσότερο στο μυστήριο, την αγωνία, την ατμόσφαιρα και τις ερμηνείες οπότε οι φανς των θρίλερ και των film-noir ίσως να ικανοποιηθούν περισσότερο. Παρόλα αυτά, ανεξαρτήτως γούστων ή προτιμήσεων, θα πρότεινα να ρίξετε μια ματιά σε αυτό το μικρό αριστούργημα, γιατί σήμερα, αν και κλασικό, είναι αδίκως ξεχασμένο.
Βαθμολογία: 9/10
Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014
Pat Garrett & Billy the Kid (1973)
Σκηνοθέτης: Sam Peckinpah
Πρωταγωνιστούν: James Coburn, Kris Kristofferson, Bob Dylan
Συντάκτης: Καλόγερος
Το όνομα Μπίλι δε Κιντ είναι πολύ γνωστό, αλλά στην πραγματικότητα κανείς δεν γνωρίζει την πραγματική ιστορία τού περίφημου πιστολέρο. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες γύρω από το όνομά του, αλλά δεν μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως ξέρουμε την αλήθεια. Η ταινία "Pat Garrett & Billy the Kid" ασχολείται με τον πρώην φίλο τού Μπίλι δε Κιντ, Πατ Γκάρετ, ο οποίος, αφού έγινε σερίφης και εγκατέλειψε την παρανομία, στρέφεται ενάντια στον "Κιντ", που δεν πρόκειται να ενδώσει με κανέναν τρόπο.
Ας μιλήσω πρώτα για τους ηθοποιούς: Ο έμπειρος James Coburn είναι πολύ καλός στο ρόλο τού γερασμένου, κουρασμένου, αλλά με θέληση και κότσια Πατ Γκάρετ. Οι σκηνές του είναι απολαυστικές, αν και δεν λέει πολλά. Ο Kris Kristofferson είναι κι αυτός καλός, αλλά υπάρχει ένα μεγάλο "αλλά". Ο ρόλος τού Μπίλι δε Κιντ δεν του ταιριάζει, γιατί είναι πολύ ψηλός και πολύ μεγάλος. Έχει σωθεί μία φωτογραφία του και ξέρουμε πως ήταν γύρω στο 1.70 και πέθανε στα 21, ενώ ο Kristofferson ήταν 36 χρονών όταν γύρισε την ταινία. Οπότε, η επιλογή τού ηθοποιού αυτή δεν ήταν και η καλύτερη.
Η ταινία, τώρα, σε αρκετά σημεία προσπαθεί να γίνει λίγο ρομαντική, και υποθέτω πως καταφέρνει να αγγίξει λίγο όσους είναι ευαίσθητοι (όχι εμένα, δηλαδή) με διάφορες σκηνές συνοδευόμενες από ταιριαστή μουσική υπόκρουση, που δεν θα περίμενε κάποιος σε γουέστερν. Επίσης, περιπλέκει μια αντίθεση ανάμεσα στα δύο κεντρικά πρόσωπα: τον Πατ Γκάρετ και τον Μπίλι δε Κιντ. Ο ένας νέος, ο άλλος γέρος, ο ένας με την ερωμένη του, ο άλλος τσακωμένος με τη γυναίκα του, ο ένας χαμογελαστός, ο άλλος σκυθρωπός κ.ο.κ.
Οπωσδήποτε, δεν είναι ένα παραδοσιακό γουέστερν. Δείχνει την πλευρά της Άγριας Δύσης που δεν παρουσιάζεται στην οθόνη τόσο συχνά, αλλά χωρίς να παίρνει το μέρος κανενός. Όσον αφορά στους δύο πρωταγωνιστές, κανένας δεν είναι καλός ή κακός, κι όμως είναι εχθροί. Είναι μία ενδιαφέρουσα ιστορία και ενδιαφέρουσα είναι και η ταινία.
Βαθμολογία: 7/10
Πρωταγωνιστούν: James Coburn, Kris Kristofferson, Bob Dylan
Συντάκτης: Καλόγερος
Το όνομα Μπίλι δε Κιντ είναι πολύ γνωστό, αλλά στην πραγματικότητα κανείς δεν γνωρίζει την πραγματική ιστορία τού περίφημου πιστολέρο. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες γύρω από το όνομά του, αλλά δεν μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως ξέρουμε την αλήθεια. Η ταινία "Pat Garrett & Billy the Kid" ασχολείται με τον πρώην φίλο τού Μπίλι δε Κιντ, Πατ Γκάρετ, ο οποίος, αφού έγινε σερίφης και εγκατέλειψε την παρανομία, στρέφεται ενάντια στον "Κιντ", που δεν πρόκειται να ενδώσει με κανέναν τρόπο.
Ας μιλήσω πρώτα για τους ηθοποιούς: Ο έμπειρος James Coburn είναι πολύ καλός στο ρόλο τού γερασμένου, κουρασμένου, αλλά με θέληση και κότσια Πατ Γκάρετ. Οι σκηνές του είναι απολαυστικές, αν και δεν λέει πολλά. Ο Kris Kristofferson είναι κι αυτός καλός, αλλά υπάρχει ένα μεγάλο "αλλά". Ο ρόλος τού Μπίλι δε Κιντ δεν του ταιριάζει, γιατί είναι πολύ ψηλός και πολύ μεγάλος. Έχει σωθεί μία φωτογραφία του και ξέρουμε πως ήταν γύρω στο 1.70 και πέθανε στα 21, ενώ ο Kristofferson ήταν 36 χρονών όταν γύρισε την ταινία. Οπότε, η επιλογή τού ηθοποιού αυτή δεν ήταν και η καλύτερη.
Η ταινία, τώρα, σε αρκετά σημεία προσπαθεί να γίνει λίγο ρομαντική, και υποθέτω πως καταφέρνει να αγγίξει λίγο όσους είναι ευαίσθητοι (όχι εμένα, δηλαδή) με διάφορες σκηνές συνοδευόμενες από ταιριαστή μουσική υπόκρουση, που δεν θα περίμενε κάποιος σε γουέστερν. Επίσης, περιπλέκει μια αντίθεση ανάμεσα στα δύο κεντρικά πρόσωπα: τον Πατ Γκάρετ και τον Μπίλι δε Κιντ. Ο ένας νέος, ο άλλος γέρος, ο ένας με την ερωμένη του, ο άλλος τσακωμένος με τη γυναίκα του, ο ένας χαμογελαστός, ο άλλος σκυθρωπός κ.ο.κ.
Οπωσδήποτε, δεν είναι ένα παραδοσιακό γουέστερν. Δείχνει την πλευρά της Άγριας Δύσης που δεν παρουσιάζεται στην οθόνη τόσο συχνά, αλλά χωρίς να παίρνει το μέρος κανενός. Όσον αφορά στους δύο πρωταγωνιστές, κανένας δεν είναι καλός ή κακός, κι όμως είναι εχθροί. Είναι μία ενδιαφέρουσα ιστορία και ενδιαφέρουσα είναι και η ταινία.
Βαθμολογία: 7/10
Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014
Adios Gringo (1965)
Σκηνοθεσία: Giorgio Stegani
Πρωταγωνιστούν: Giuliano Gemma
Συντάκτης: Καλόγερος
Με τον Giuliano Gemma έχω δει αρκετά western και δεν μπορώ να πω πως σαν ηθοποιός έχει ιδιαίτερο ταλέντο, αλλά στους ρόλους του στα western είναι αρκετά καλός, τον απολαμβάνω. Δεν έχει τη φάτσα του σκληρού, του βαρύ και ασήκωτου, αλλά με τον τρόπο του πείθει το κοινό πως μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ζημιές εφόσον τον αναγκάσουν. Το "Adios Gringo", κατά τη γνώμη μου, δεν είναι από τα καλύτερά του, αλλά είναι κι αυτό καλό.
Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Μπρεντ Λάντερς, ο οποίος πέφτει θύμα εξαπάτησης, όταν ένας παλιός φίλος τού πουλάει κλεμμένα άλογα, και αρχίζει να τον καταδιώκει προκειμένου να καθαρίσει το όνομά του. Σαν ταινία είναι προχειροδουλειά, όπως όλα τα spaghetti western, άλλωστε (την ίδια χρόνια, όμως, ο Giuliano Gemma έκανε άλλες 5 ταινίες), αλλά εμένα αυτό δεν με ενόχλησε. Η πλοκή, πάντως, εξελίσσεται με ωραίο τρόπο και η ταινία γίνεται διασκεδαστική όσο προχωράει. Υπάρχει, βέβαια, και μία γυναίκα που έχει βασανιστεί και κάνει την ταινία κάπως πιο μακάβρια και τους κακούς χειρότερους.
Από την ταινία έμεινα παραπονεμένος μόνο όσον αφορά δύο πράγματα: Πρώτον, υπάρχουν πολλές σκηνές με ξύλο, όπου ο Μπρεντ δέρνει πολλά άτομα και θυμίζει μια απλή ταινία δράσης. Τις ευχαριστήθηκα και αυτές τις σκηνές, αλλά θα προτιμούσα να εστίαζε σε πιστολίδι, μονομαχίες, στα κλασικά βασανιστήρια ή κάτι άλλο που τώρα δεν μου έρχεται στο μυαλό. Θα ήταν πιο γνήσιο western έτσι. Το δεύτερό μου παράπονο, είναι λίγο ασήμαντο, αλλά δεν παύει να είναι: Ο Μπρεντ δεν κάπνισε ούτε σε μία σκηνή.
Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο εκτός από το ότι η ταινία είναι μόνο για fan των spaghetti western. Adios!
Βαθμολογία: 7/10
Πρωταγωνιστούν: Giuliano Gemma
Συντάκτης: Καλόγερος
Με τον Giuliano Gemma έχω δει αρκετά western και δεν μπορώ να πω πως σαν ηθοποιός έχει ιδιαίτερο ταλέντο, αλλά στους ρόλους του στα western είναι αρκετά καλός, τον απολαμβάνω. Δεν έχει τη φάτσα του σκληρού, του βαρύ και ασήκωτου, αλλά με τον τρόπο του πείθει το κοινό πως μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ζημιές εφόσον τον αναγκάσουν. Το "Adios Gringo", κατά τη γνώμη μου, δεν είναι από τα καλύτερά του, αλλά είναι κι αυτό καλό.
Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Μπρεντ Λάντερς, ο οποίος πέφτει θύμα εξαπάτησης, όταν ένας παλιός φίλος τού πουλάει κλεμμένα άλογα, και αρχίζει να τον καταδιώκει προκειμένου να καθαρίσει το όνομά του. Σαν ταινία είναι προχειροδουλειά, όπως όλα τα spaghetti western, άλλωστε (την ίδια χρόνια, όμως, ο Giuliano Gemma έκανε άλλες 5 ταινίες), αλλά εμένα αυτό δεν με ενόχλησε. Η πλοκή, πάντως, εξελίσσεται με ωραίο τρόπο και η ταινία γίνεται διασκεδαστική όσο προχωράει. Υπάρχει, βέβαια, και μία γυναίκα που έχει βασανιστεί και κάνει την ταινία κάπως πιο μακάβρια και τους κακούς χειρότερους.
Από την ταινία έμεινα παραπονεμένος μόνο όσον αφορά δύο πράγματα: Πρώτον, υπάρχουν πολλές σκηνές με ξύλο, όπου ο Μπρεντ δέρνει πολλά άτομα και θυμίζει μια απλή ταινία δράσης. Τις ευχαριστήθηκα και αυτές τις σκηνές, αλλά θα προτιμούσα να εστίαζε σε πιστολίδι, μονομαχίες, στα κλασικά βασανιστήρια ή κάτι άλλο που τώρα δεν μου έρχεται στο μυαλό. Θα ήταν πιο γνήσιο western έτσι. Το δεύτερό μου παράπονο, είναι λίγο ασήμαντο, αλλά δεν παύει να είναι: Ο Μπρεντ δεν κάπνισε ούτε σε μία σκηνή.
Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο εκτός από το ότι η ταινία είναι μόνο για fan των spaghetti western. Adios!
Βαθμολογία: 7/10
Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014
Για μια χούφτα δολάρια / A fistful of dollars (1964)
Σκηνοθεσία: Segio Leone
Πρωταγωνιστούν: Clint Eastwood, Gian Maria Volonte
Συντάκτης: Καλόγερος
Είναι λίγο δύσκολο να γράψω για αυτήν την ταινία, γιατί την θεωρώ σπουδαία και δεν θέλω να αρχίσω να λέω υπερβολές ξέροντας πως θα διαβαστούν από άτομα που πιθανώς δεν έχουν ιδέα για το τι πράγμα μιλάμε. Το "Για μια χούφτα δολάρια" είναι το πρώτο μέρος της τριλογίας των "δολαρίων" τού Sergio Leone και, παρότι δεν είναι το καλύτερο, εξακολουθεί να είναι πάρα πολύ καλό.
Έχει ενδιαφέρον η ιστορία της ταινίας, γιατί κανείς δεν πίστεψε πως θα μπορούσε να γίνει μεγάλη επιτυχία και πόσο μάλλον ταινία-ορόσημο στο είδος των western. Ανήκει στα spaghetti western, τα οποία αποκαλούσαν έτσι οι κριτικοί ταινιών περιφρονητικά λόγω του ότι ήταν low-budget ταινίες και γυρισμένες "στο πόδι". Είχαν, επίσης, πολύ βία για την εποχή εκείνη και δεν ήταν εύπεπτες για τους πάντες. Ο Clint Eastwood ήταν ένας νέος, άσημος ηθοποιός, που δεν είχε πρωταγωνιστήσει σε κάποια κανονική ταινία μέχρι τότε, παρά μόνο σε μία σειρά western της τηλεόρασης. Αυτό το άτομο, όμως, έμελε να γίνει η προσωποποίηση του badass cowboy-πιστολέρο, ένας σπουδαίος πρωταγωνιστής western. Οι Sergio Leone και Ennio Morricone (μουσικός επιμελητής πάρα πολλών western), μάλιστα, χρησιμοποίησαν ψευδώνυμα γι' αυτήν την ταινία.
Στην ταινία έχουμε να κάνουμε με έναν πιστολέρο ο οποίος είναι ταπί (Clint Eastwood) και καταφθάνει σε μία πόλη, όπου υπάρχουν δύο ισχυρές οικογένειες και αποφασίζει να εκμεταλλευτεί την έχθρα τους για να βγάλει λεφτά με έναν πολύ έξυπνο τρόπο. Αρχηγός της μίας οικογενείας είναι ο Ramon, τον οποίο υποδύεται ο Gian Maria Volonte, ο πιο ταλαντούχος ερμηνευτής σε ταινίες western σύμφωνα με όσα έχω δει μέχρι στιγμής. Αυτοί οι δύο και μόνο στην ίδια ταινία κάτω από τις οδηγίες τού Segio Leone αρκούν για να την κάνουν πολύ καλή. Η μουσική τού Ennio Morricone, επίσης, υπέροχη.
Δεν περιγράφω άλλο!
Βαθμολογία: 9/10
Πρωταγωνιστούν: Clint Eastwood, Gian Maria Volonte
Συντάκτης: Καλόγερος
Είναι λίγο δύσκολο να γράψω για αυτήν την ταινία, γιατί την θεωρώ σπουδαία και δεν θέλω να αρχίσω να λέω υπερβολές ξέροντας πως θα διαβαστούν από άτομα που πιθανώς δεν έχουν ιδέα για το τι πράγμα μιλάμε. Το "Για μια χούφτα δολάρια" είναι το πρώτο μέρος της τριλογίας των "δολαρίων" τού Sergio Leone και, παρότι δεν είναι το καλύτερο, εξακολουθεί να είναι πάρα πολύ καλό.
Έχει ενδιαφέρον η ιστορία της ταινίας, γιατί κανείς δεν πίστεψε πως θα μπορούσε να γίνει μεγάλη επιτυχία και πόσο μάλλον ταινία-ορόσημο στο είδος των western. Ανήκει στα spaghetti western, τα οποία αποκαλούσαν έτσι οι κριτικοί ταινιών περιφρονητικά λόγω του ότι ήταν low-budget ταινίες και γυρισμένες "στο πόδι". Είχαν, επίσης, πολύ βία για την εποχή εκείνη και δεν ήταν εύπεπτες για τους πάντες. Ο Clint Eastwood ήταν ένας νέος, άσημος ηθοποιός, που δεν είχε πρωταγωνιστήσει σε κάποια κανονική ταινία μέχρι τότε, παρά μόνο σε μία σειρά western της τηλεόρασης. Αυτό το άτομο, όμως, έμελε να γίνει η προσωποποίηση του badass cowboy-πιστολέρο, ένας σπουδαίος πρωταγωνιστής western. Οι Sergio Leone και Ennio Morricone (μουσικός επιμελητής πάρα πολλών western), μάλιστα, χρησιμοποίησαν ψευδώνυμα γι' αυτήν την ταινία.
Στην ταινία έχουμε να κάνουμε με έναν πιστολέρο ο οποίος είναι ταπί (Clint Eastwood) και καταφθάνει σε μία πόλη, όπου υπάρχουν δύο ισχυρές οικογένειες και αποφασίζει να εκμεταλλευτεί την έχθρα τους για να βγάλει λεφτά με έναν πολύ έξυπνο τρόπο. Αρχηγός της μίας οικογενείας είναι ο Ramon, τον οποίο υποδύεται ο Gian Maria Volonte, ο πιο ταλαντούχος ερμηνευτής σε ταινίες western σύμφωνα με όσα έχω δει μέχρι στιγμής. Αυτοί οι δύο και μόνο στην ίδια ταινία κάτω από τις οδηγίες τού Segio Leone αρκούν για να την κάνουν πολύ καλή. Η μουσική τού Ennio Morricone, επίσης, υπέροχη.
Δεν περιγράφω άλλο!
Βαθμολογία: 9/10
Johnny Oro (1966)
Σκηνοθεσία: Sergio Corbucci
Πρωταγωνιστούν: Mark Damon, Valeria Fabrizi, Franco De Rosa, Giulia Rubini
Συντάκτης: Καλόγερος
Την ίδια χρονολογία που έκανε το Django και το Navajo Joe, o Sergio Corbucci σκηνοθέτησε και ένα τρίτο spaghetti western έχοντας ως τίτλο το όνομα του κεντρικού ήρωα "Johnny Oro". Δεν θεωρείται από τα καλύτερα του και δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό. Εγώ το έμαθα διότι είναι από τα αγαπημένα του Tarantino, ο οποίος είναι μεγάλος φαν των spaghetti western. Υπήρχε και ολόκληρο στο youtube, οπότε του έδωσα μία ευκαιρία.
Η εισαγωγή είναι ωραία, όπως πρέπει σε μία ταινία αυτού του είδους, και βλέπουμε τον πρωταγωνιστή Johnny Oro, ο οποίος είναι ένας κυνηγός επικηρυγμένων με ένα χρυσό όπλο που σκοτώνει τρία αδέρφια. Υπάρχει και ένας τέταρτος αδερφός, όμως, ο οποίος σκοπεύει να πάρει εκδίκηση από τον Johnny Oro και συνεργάζεται με έναν ινδιάνο. (Πρώτη φορά είδα ινδιάνους σε spaghetti western).
Η ταινία σίγουρα κυλάει εύκολα λόγω της μικρής διάρκειάς της, αλλά και επειδή είναι σκηνοθετημένη κάπως βιαστικά. Τα πάντα γίνονται γρήγορα, αλλά χωρίς να υπάρχει δράση και σε πολλά σημεία κουράζει επειδή σε βάζει στην αναμονή για να δεις τη συνέχεια. Επίσης δεν είναι γυρισμένη πάνω στον κεντρικό ήρωα και ασχολείται συχνά με άλλους, κάτι που εμένα προσωπικά με απωθεί. Ο πρωταγωνιστής, βέβαια, είναι αρκετά αδύναμος ερμηνευτικά, αλλά και ο χαρακτήρας που πρέπει να βγάλει δεν είναι συγκεκριμένος. Δεν είναι ούτε ο "λιγομίλητος σκληρός cowboy" ούτε ο "παιχνιδιάρης, αλλά άκρως επικίνδυνος πιστολέρο". Είναι απλώς ένας κυνηγός επικηρυγμένων που καμιά φορά έχει σπουδαίες ιδέες και κάνει θαύματα. Γενικώς, ο Mark Damon δεν ήταν φτιαγμένος για western, όπως π.χ. ο Franco Nero (πρωταγωνιστής του Django, γι αυτό τον αναφέρω). Συν ότι το μουστάκι του ήταν χάλια. Πετυχημένο, όμως, ήταν το πιπάκι τσιγάρου που χρησιμοποιούσε πάντα ο Oro, πρώτη φορά είδα τέτοιο πράγμα σε western, συνήθως βλέπω πούρα, πίπες ή απλά τσιγάρα.
Ταινίες όπως το Johnny Oro είναι να τις αποφεύγουν όσοι δεν είναι εξοικειωμένοι με τα western και δεν τους αρέσουν. Εγώ τη βρήκα διασκεδαστική, αλλά παραδέχομαι πως είναι αδύναμη. Το soundtrack, πάντως, το βρήκα πολύ καλό!
Βαθμολογία: 7/10
Πρωταγωνιστούν: Mark Damon, Valeria Fabrizi, Franco De Rosa, Giulia Rubini
Συντάκτης: Καλόγερος
Την ίδια χρονολογία που έκανε το Django και το Navajo Joe, o Sergio Corbucci σκηνοθέτησε και ένα τρίτο spaghetti western έχοντας ως τίτλο το όνομα του κεντρικού ήρωα "Johnny Oro". Δεν θεωρείται από τα καλύτερα του και δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό. Εγώ το έμαθα διότι είναι από τα αγαπημένα του Tarantino, ο οποίος είναι μεγάλος φαν των spaghetti western. Υπήρχε και ολόκληρο στο youtube, οπότε του έδωσα μία ευκαιρία.
Η εισαγωγή είναι ωραία, όπως πρέπει σε μία ταινία αυτού του είδους, και βλέπουμε τον πρωταγωνιστή Johnny Oro, ο οποίος είναι ένας κυνηγός επικηρυγμένων με ένα χρυσό όπλο που σκοτώνει τρία αδέρφια. Υπάρχει και ένας τέταρτος αδερφός, όμως, ο οποίος σκοπεύει να πάρει εκδίκηση από τον Johnny Oro και συνεργάζεται με έναν ινδιάνο. (Πρώτη φορά είδα ινδιάνους σε spaghetti western).
Η ταινία σίγουρα κυλάει εύκολα λόγω της μικρής διάρκειάς της, αλλά και επειδή είναι σκηνοθετημένη κάπως βιαστικά. Τα πάντα γίνονται γρήγορα, αλλά χωρίς να υπάρχει δράση και σε πολλά σημεία κουράζει επειδή σε βάζει στην αναμονή για να δεις τη συνέχεια. Επίσης δεν είναι γυρισμένη πάνω στον κεντρικό ήρωα και ασχολείται συχνά με άλλους, κάτι που εμένα προσωπικά με απωθεί. Ο πρωταγωνιστής, βέβαια, είναι αρκετά αδύναμος ερμηνευτικά, αλλά και ο χαρακτήρας που πρέπει να βγάλει δεν είναι συγκεκριμένος. Δεν είναι ούτε ο "λιγομίλητος σκληρός cowboy" ούτε ο "παιχνιδιάρης, αλλά άκρως επικίνδυνος πιστολέρο". Είναι απλώς ένας κυνηγός επικηρυγμένων που καμιά φορά έχει σπουδαίες ιδέες και κάνει θαύματα. Γενικώς, ο Mark Damon δεν ήταν φτιαγμένος για western, όπως π.χ. ο Franco Nero (πρωταγωνιστής του Django, γι αυτό τον αναφέρω). Συν ότι το μουστάκι του ήταν χάλια. Πετυχημένο, όμως, ήταν το πιπάκι τσιγάρου που χρησιμοποιούσε πάντα ο Oro, πρώτη φορά είδα τέτοιο πράγμα σε western, συνήθως βλέπω πούρα, πίπες ή απλά τσιγάρα.
Ταινίες όπως το Johnny Oro είναι να τις αποφεύγουν όσοι δεν είναι εξοικειωμένοι με τα western και δεν τους αρέσουν. Εγώ τη βρήκα διασκεδαστική, αλλά παραδέχομαι πως είναι αδύναμη. Το soundtrack, πάντως, το βρήκα πολύ καλό!
Βαθμολογία: 7/10
Tombstone / Σύγκρουση στον πράσινο βάλτο (1999)
Σκηνοθεσία: George Cosmatos
Πρωταγωνιστούν: Kurt Russel, Val Kilmer, Sam Elliott, Bill Paxton
Συντάκτης: Καλόγερος
Όντας φανατικός των western, οφείλω - κατά τη
γνώμη μου – να βλέπω και τα «πρόσφατα», όχι μόνο τα παλιά, παρότι οι περισσότεροι
υποστηρίζουν πως τα παλιά είναι τα καλύτερα. Το Tombstone, γυρισμένο
το 1993 θεωρείται καινούργιο στο είδος. Ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής είναι ο
Kurt Russel, αλλά εξίσου σημαντικό
ρόλο έχουν οι Val Kilmer,
Sam Elliott και
Bill Paxton, με τον τελευταίο να
είναι ο πιο αδιάφορος. Η σκηνοθεσία είναι του George Cosmatos, πρώτη φορά τον
άκουσα.
Στην ταινία, ένας θρυλικός πρώην σερίφης (Kurt Russel) πηγαίνει σε μία πόλη
με τα αδέρφια του και όλες τους τις γυναίκες προκειμένου να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις
και να κάνει οικογένεια, μακριά από τη δράση. Εκεί συναντά, μεταξύ άλλων, έναν
παλιόφιλο απατεώνα (Val Kilmer),
ο οποίος έχει κάποια ασθένεια που τον βασανίζει. Κάθε τρεις και λίγο, όμως, τους
πολίτες αναταράζει η συμμορία των Cowboys χωρίς να εξαιρεί τον σερίφη μας και
τους κοντινούς του. Θα κάνει τα στραβά μάτια;
Οι πρωταγωνιστές είναι καλοί, πείθουν τον θεατή για σκληροί
τύποι της εποχής της Άγριας Δύσης, αλλά αυτό που με εξέπληξε περισσότερο είναι
η ερμηνεία τού Val Kilmer,
τον οποίο είχα πάντοτε στο μυαλό μου ως ηθοποιό β’ (ή και γ’) κατηγορίας.
Πρέπει να παραδεχτώ ότι ήταν πολύ καλός, ίσως ο καλύτερος ερμηνευτής στην
ταινία. Η ροή των συμβάντων είναι πολύ καλή, αφήνει τους πρωταγωνιστές αρχικά
να ξεδιπλώσουν τους χαρακτήρες τους, ώστε να γνωριστεί με αυτούς ο θεατής και
στη συνέχεια αρχίζει η δράση και, βεβαίως, η αντίδραση.
Δεν βρίσκω λόγο να μην αρέσει στους φαν των western, αλλά πιστεύω πως
θα φανεί μία καλή ταινία ακόμα και σε όσους είναι άπειροι με το είδος. Ωστόσο, παρότι συγκαταλέγεται με
βεβαιότητα στα western,
διαφέρει αρκετά από αυτά που κυκλοφόρησαν τις δεκαετίες του ’50, ’60, ’70.
Καταφέρνει να είναι κάτι ξεχωριστό και όμορφο.
Βαθμολογία 8/10
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











.jpg)