Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρόμου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Ο Εφιάλτης του Προέδρου / Dreamscape (1984)

Σκηνοθεσία: Joseph Ruben
Πρωταγωνιστούν: Dennis Quaid, Max Von Sydow, Christopher Plummer, David Patrick Kelly

Συντάκτης: Thodoris KL

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ βασανίζεται από φρικτούς εφιάλτες που έχουν να κάνουν με κάποιο πυρηνικό ολοκαύτωμα. Πιστεύει πως η αιτία για αυτούς είναι η ευθύνη που έχει απέναντι στους πολίτες της χώρας του και όλου του πλανήτη που αγωνιούν απέναντι στον κίνδυνο μιας επικείμενης πυρηνικής σύρραξης. Αποφασίζει λοιπόν να συνθηκολογήσει με τους Σοβιετικούς και να δώσει ένα τέλος σε όλα αυτά. Την ίδια ώρα, οι στενοί του συνεργάτες στην κυβέρνηση δουλεύουν πάνω σε ένα πρόγραμμα που επιτρέπει σε άτομα με ψυχικές ικανότητες να μπαίνουν στο υποσυνείδητο ατόμων που υποφέρουν από εφιάλτες και να τα βοηθάνε να τους ξεπεράσουν. Του προτείνουν να πάρει μέρος σε αυτό για να τον βοηθήσουν να ανακουφιστεί. Αυτό που δεν ξέρει είναι πως δεν θέλουν με τίποτα να αποσύρει η χώρα τα πυρηνικά και έχουν αρχίσει να τον θεωρούν εθνική απειλή, οπότε σκοπεύουν να τον βγάλουν από τη μέση, σκοτώνωντάς τον μέσα από τα όνειρά του.

Θρίλερ επιστημονικής φαντασίας περισσότερο και λιγότερο τρόμου, κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά με το «Nightmare on the Elm str.» και πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως ο Craven επηρεάστηκε από αυτό. Προσωπικά δεν συμφωνώ καθώς ο Craven είχε έτοιμο το σενάριο και έψαχνε εταιρεία παραγωγής από το 1981, παρόλα αυτά οι συμπτώσεις είναι αρκετές. Έχουν παρόμοια ιστορία (άνθρωποι που πεθαίνουν στα όνειρά τους) κι έναν δολοφόνο που σε μια σκηνή εμφανίζει μεταλλικά νύχια, κάτι σαν τις λεπίδες του Κρούγκερ. Οι διαφορές βέβαια είναι πολλές κι έτσι το κάθε έργο μπορεί να σταθεί από μόνο του. Εδώ έχουμε κυβερνητικά πειράματα, πυρηνικά, τηλεκινητικούς, μυστικές υπηρεσίες που προσπαθούν να αποσπάσουν μυστικά μέσα από τα όνειρα των πολιτικών αντιπάλων τους και άφθονο κοινωνικοπολιτικό σχολιασμό, πράγματα που ταιριάζουν περισσότερο σε πολιτικό θρίλερ παρά σε ένα καθαρόαιμο έργο τρόμου όπως ήταν ο «Εφιάλτης». 

Η ταινία σκιαγραφεί άψογα το ψυχροπολεμικό κλίμα και την παράνοια του κόσμου εκείνης της εποχής απέναντι στον πυρηνικό όλεθρο. Συνδυάζει με πολύ όμορφο τρόπο τον τρόμο με την επιστημονική φαντασία, την δράση και το πολιτικό θρίλερ ενώ από την αρχή μέχρι το τέλος το διακρίνει μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ έτσι ώστε να μην γίνεται ποτέ ιδιαίτερα βαρύ. Με μία πραγματικά πρωτότυπη και έξυπνη για την εποχή της βασική ιδεα (αν εξαιρέσουμε την αντιεπιστημονικότητα του σεναρίου) επηρέασε πολλά μεταγενέστερα blockbusters όπως τα «Matrix», «the Cell» και «Inception». Σκηνοθέτης της ταινίας ο Joseph Ruben («Stepfather», «the Good Son», «Sleeping with the Enemy») και σεναριογράφος ο ίδιος μαζί με τον Chuck Russel και τον David Loughery, ελαφρά επηρεασμένοι από τη νουβέλλα του Roger Zelazny «The Dream Master». Στα θετικά να προσθέσουμε και το εξαιρετικό καστ με τους Max Von Sydow και Christopher Plummer σε βασικούς ρόλους, ενώ οι Dennis Quaid και David Patrick Kelly (Warriors, come out and playyyy...) είναι πολύ καλοί στους ρόλους του καλού και κακού ονειρομάντη αντίστοιχα. Από την άλλη, αν υπάρχει κάτι το αρνητικό σε όλη την εικόνα είναι μάλλον τα ξεπερασμένα πλέον ειδικά εφφέ, όπως και το ότι στο σύνολό της θυμίζει τηλεταινία. Δεν λέω καλός ο Ruben, αλλά στα χέρια κάποιου πιο έμπειρου σκηνοθέτη ίσως τώρα να μιλάγαμε για αριστούργημα. Ένα ξεχασμένο διαμαντάκι που κατά την ταπεινή μου άποψη χρειάζεται ένα καλό remake (Hollywood ακούει; ). Παρόλα αυτά, αν είστε φανς του sci-fi/horror κινηματογράφου της δεκαετίας του '80 πιστεύω πως θα μείνετε ικανοποιημένοι και με το παραπάνω.

Βαθμολογία: 7/10 

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Το Ξύπνημα των Θρύλων / Urban Legend (1998)

Σκηνοθεσία: Jamie Blanks
Πρωταγωνιστούν: Jared Leto, Alicia Witt, Rebecca Gayheart, Tara Reid

Συντάκτης: Thodoris KL

To υποείδος των σλάσερς πρωτοεμφανίστηκε δειλά δειλά στις ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του '70, αν και ήταν φανερά επηρεασμένο από τα Ιταλικά gialli και κυρίως από αυτά του Mario Bava. Το πρώτο καθαρόαιμο σλάσερ όμως, όπως τα έχουμε πάνω κάτω στο μυαλό μας, ήρθε από τον Καναδά και ήταν το «Black Christmas» (1974) του Bob Clark, που δυστυχώς δεν βρήκε κινηματογραφική διανομή μέχρι το 1978 και την εμφάνιση του «Halloween» του John Carpenter, μια ταινία επηρεασμένη από το «Black Christmas» αλλά τελικά αυτή που με την επιτυχία της έθεσε τους κανόνες του είδους. Τα σλάσερς γίνανε mainstream την δεκαετία του 80 με ταινίες όπως το «Friday the 13th» (1980) και «A Nightmare on the Elm Street» (1984) και οι φθηνές αντιγραφές κυκλοφορούσαν άνα δεκάδες. Μέχρι τις αρχές των 90's το είδος είχε καταπιεί τον εαυτό του και δεν είχε πλέον κάτι καινούριο να προσφέρει. Όλα αυτά μέχρι το 1996 όταν ο Wes Craven πέτυχε φλέβα χρυσού, χάρις και στο ευφυέστατο σενάριο του Kevin Williamson. To «Scream» μπορεί σαν θρίλερ να μην είχε κάτι το ιδιαίτερο, αλλά το ενδιαφέρον με αυτό ήταν πως με ένα έντονο αυτοπαρωδιακό ύφος, ανανέωνε τις συμβάσεις του είδους μέσα από την υπερχρησιμοποίηση τους. Η ιδέα φαίνεται άρεσε στις νεότερες γενιές των σινεφίλ, η ταινία έσπασε ταμεία και έσβησε από τον χάρτη τις φθηνιάρικες παραγωγές του παρελθόντος. Αυτές όμως δεν εξαφανίστηκαν εντελώς. Μεταλάχθηκαν και πήραν ένα ύφος πιο νεανικό, στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των θεατών της εποχής. Κι έτσι δεκάδες κλώνοι του «Scream» άρχισαν να ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια. Όσοι ήταν έφηβοι την δεκαετία του 90 θα θυμούνται καλά αυτή την κατηγορία ταινιών, άλλοι με νοσταλγία κι άλλοι με απέχθεια. Προσωπικά θεωρώ εκείνη την περίοδο σαν την χειρότερη για τη σκηνή του τρόμου. Οι δημιουργοί τους, υπάλληλοι μεγάλων στούντιο του Hollywood ως επί των πλείστων, απευθυνόντουσαν περισσότερο στην γενιά που μεγάλωνε με Britney Spears και «American Pie» παρά στους παραδοσιακούς σλασεράδες και σπλατεράδες των 70's και 80's που είχαν πλέον καταντήσει γραφικοί. Παρόλα αυτά, στα γενικότερα πλαίσια των ταινιών τρόμου της εποχής κι όχι αποκλειστικά στα σλάσερς, υπήρχαν και κάποια φιλμς που ξεχώριζαν από τον σωρό, είτε γιατί διέθεταν κάποιες έξυπνες ιδέες, είτε γιατί αν δεν τα έπαιρνες και πολύ στα σοβαρά μπορούσες να περάσεις ένα ανάλαφρο δίωρο με την παρέα σου. Πρώτο και καλύτερο το κλασικό «Scream» με τις συνέχειες του, που νομίζω πως παίζουν εκτός συναγωνισμού. Ακολουθεί το παρωχημένο σε σύλληψη, αλλά πιασάρικο «I Know What You Did Last Summer» και το «Final Destination» μια ταινία φτιαγμένη αποκλειστικά για mainstream κοινό, που όμως ήταν βασισμένη σε μια πανέξυπνη και πρωτότυπη σεναριακή ιδέα (καθόλου τυχαίο το γεγονός πως αρχικά προοριζόταν για επεισόδιο των X-Files). Σε κάπως καλύτερα επίπεδα από τα δύο προηγούμενα ήταν το «Faculty» του Robert Rodriguez, μία μοντερνα, εφηβική εκδοχή του «Invasion of the Body Snatchers». Προσωπικά ξεχωρίζω με το ζόρι δυο τρεις ακόμα ταινίες εκείνης της εποχής, αν και δεν πιστεύω πως αξίζουν ειδική αναφορά.

Σφήνα ανάμεσα σε όλα αυτά έμπαινε και το ταινιάκι για το οποίο γίνεται το review. Σκοπός του ήταν να κλέψει λίγη από την δόξα των προαναφερθέντων ταινιών κι αν η δόξα εξαργυρώνεται σε εισιτήρια, τότε τα κατάφερε και με το παραπάνω ! Ο τίτλος του ήταν «Urban Legend» και το ατού του ήταν η κεντρική του ιδέα, η οποία ήταν η εξής: ένας μανιακός αρχίζει να κάνει πράξη τους αστικούς θρύλους που σχετίζονται με μακάβριες δολοφονίες. Αυτοί οι θρύλοι γνωστοί και στην χώρα μας, είτε από στόμα σε στόμα, είτε από το διαδίκτυο, παρουσίαζαν μεγάλο ενδιαφέρον (έστω και από ενημερωτική άποψη) και δίνανε μια νότα πρωτοτυπίας  σε ένα κάτα τα άλλα κοινότυπο εγχείρημα. Η ταινία είχε κάτι από το αγωνιώδες κλίμα και την αιματηρή διάθεση των 80's, αλλά τα δάνεια από παλιότερες (και καλύτερες) ταινίες του είδους δεν ήταν και λίγα. Πάντως βλέπεται με ενδιαφέρον θα έλεγα. Διέθετε ένα λαμπερό καστ διάσημων ηθοποιών στα πρώτα τους βήματα, γκεστ εμφανίσεις των θρύλων Robert Englund και Brad Dourif, πολύ καλή φωτογραφία, κάποιες έξυπνες και καλοστημένες σκηνές φόνων κι ένα απίστευτα αγωνιώδες τελευταίο ημίωρο, με συνεχείς ανατροπές σχετικά με την ταυτότητα του δολοφόνου, όσο κι αν η αποκάλυψη του σε συνδυασμό με τα κίνητρά του δεν με έπεισαν ιδιαίτερα. 

Σκηνοθέτης της ταινίας ο Αυστραλός Jamie Blanks, ένας μάλλον υποτιμημένος σκηνοθέτης που ειδικεύεται στον τρόμο και αγαπάει το είδος. Εδώ κάνει το ντεμπούτο του στο Hollywood που στέφθηκε με επιτυχία και του δωσε το πράσινο φως για την δεύτερη ταινία του, το «Valentine». Αυτή τη φορά όμως οι εισπράξεις δεν ήταν οι αναμενόμενες, με αποτέλεσμα ο Blanks να πάρει πόδι και να επιστρέψει στην γενέτειρά του. Όμως δεν το έβαλε κάτω. Έχοντας στην διάθεση του λιγότερα μέσα και μικρότερο προϋπολογισμό, αλλά μπόλικη όρεξη και δυνατά σενάρια από τον βετεράνο Everett De Roche, μας έδωσε μερικές ταινίες ατόφιου τρόμου όπως το survival horror «Storm Warning» κι ένα remake του κλασικού Αυστραλέζικου φιλμ «Long Weekend». Κι ίσως έτσι να είναι καλύτερα τελικά.

Το «Urban Legend» είναι μέχρι στιγμής η μεγαλύτερη και πιο εμπορική επιτυχία του, η ταινία που τον έβαλε στον κινηματογραφικό χάρτη. Σήμερα θεωρείται cult από μια μερίδα θεατών που αποτελούσε και το target group εκείνης της εποχής. Οι νεότεροι που μεγάλωσαν με «Saw» και torture porn δεν ξέρω αν θα την εκτιμήσουν το ίδιο. Πάντως είναι μια διασκεδαστική ταινία που σε κανένα σημείο της δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά και σε προτρέπει να κανεις το ίδιο. Προτείνεται σε όσους θέλουν να περάσουν ένα ψυχαγωγικό βράδυ με την παρέα τους, με την συνοδεία των απαραίτητων εδεσμάτων φυσικά (πίτσες, μπύρες) και στους νοσταλγούς των εφηβικών σλάσερς των 90's (αν υπάρχει ακόμα κανένας τέτοιος).

Βαθμολογία: 6/10

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Φρικιά Διψασμένα για Αίμα / Bloodsucking Freaks (1976)

a/k/a The Incredible Torture Show 

Σκηνοθεσία: Joel M. Reed
Πρωταγωνιστούν: Seamus O'Brien, Luis De Jesus, Viju Krem

Συντάκτης: Thodoris KL

Με μια βασική ιδέα φόρο τιμής στο θρυλικό Γαλλικό θέατρο The Grand Guignol, η συγκεκριμένη ταινία περιέχει αιματηρές σκηνές που σπάνια βλέπουμε στην οθόνη - αηδιαστικές, κανιβαλιστικές σκηνές !
Ένας θεότρελος ιμπρεσάριος μαζί με τον βοηθό του, τον νάνο Ralphus διατηρoύν ένα θέατρο εκτός Μπρόντγουει, ένα θεατράκι του τρόμου στο κέντρο της Νέας Υόρκης, στο οποίο κάθε βράδυ αναπαρίστανται σκηνές βασανιστηρίων και δολοφονιών έφηβων κοριτσιών, προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού της αστικής τάξης. Η επιτυχία τους οφείλεται κάτα κύριο λόγο στην αληθοφάνεια των αναπαραστάσεων. Παράλληλα, κύμα απαγωγών από συμμορίες οργανωμένου εγκλήματος ανησυχεί τις αρχές του Μανχάταν και στην προσπάθειά τους να εξιχνιάσουν το μυστήριο, θα βρεθούν αντιμέτωποι με μια φρικιαστική πραγματικότητα: όσα συμβαίνουν στην σκηνή του θεάτρου δεν είναι σκηνοθετημένα, αλλά 100% αληθινά. Επιπλέον, τα γυμνά κορίτσια που βασανίζονται, διαμελίζονται και ακόμη και σκοτώνονται κατά τη διάρκεια των παραστάσεων δεν είναι ηθοποιοί, αλλά θύματα απαγωγής που έχουν μετατραπεί σε σκλάβες. Ο ιμπρεσάριος και ο βοηθός του εμπλέκονται σε εμπόριο λευκής σαρκός και κρατάνε τα κορίτσια αιχμάλωτα, ημίγυμνά μέσα σε κλουβιά στο υπόγειο του θεάτρου. Η απομόνωση, τα σαδιστικά βασανιστήρια σε καθημερινή βάση και η πλύση εγκεφάλου τα έχουν μετατρέψει σε μία μάζα άγριων, πρωτόγονων φρικιών που διψάει για εκδίκηση και αίμα, κι αυτή η ώρα δεν θα αργήσει να 'ρθει.


Αρρωστημένο στόρυ, ξέρω...το αποτέλεσμα βέβαια ίσως και να μην ήταν το αναμενόμενο και θα δούμε στην πορεία το γιατί.
Kαταρχάς, για όσους γνωρίζουν τον Necro να πω πως σύμφωνα με δηλώσεις του, πρόκειται για την αγαπημένη του ταινία. Στο clip του White Slavery μάλιστα, αποτίει φόρο τιμής σε αυτήν. Οπότε μέσες άκρες καταλαβαίνεται περί τίνος πρόκειται...

Τα «Φρικιά» λοιπόν είναι η απόλυτη no budget καφρίλα των 70's και μία από τις πιο απωθητικές ταινίες τρόμου στην ιστορία του κινηματογράφου, ένα όργιο σαδoμαζοχισμού, μισογυνισμού και κακογουστιάς. Camp χιούμορ, ανύπαρκτη πλοκή, αστείες ερμηνείες, φθηνιάρικα εφέ, άφθονο αίμα και γυμνό και το κερασάκι στην τούρτα, ένας σατανικός νάνος που θα σας στοιχειώσει και θα σας κάνει να ξεχάσετε την καλή εικόνα που είχατε σχηματίσει για αυτούς από τα παραμυθάκια των αδερφών Γκριμ. Οι μέθοδοι βασανισμών περιλαμβάνουν πλύση εγκεφάλου, κρανία που συνθλίβονται από μέγγενη, κομμένα άκρα, ηλεκτροσόκ, εξαγωγή δοντιών, αποκεφαλισμό με γκιλοτίνα, μαστιγώματα, τεμαχισμούς, ακρωτηριασμούς με αλυσοπρίονα, μια σταύρωση και μία σοκαριστική σκηνή στο φινάλε όπου το κρανίο του πρωταγωνιστή ανοίγεται στα δύο με ένα ηλεκτρικό τρυπάνι και ο δράστης ρουφάει τα μυαλά του με ένα καλαμάκι... 
Ωμή ανθρώπινη σάρκα καταβροχθίζεται πρόθυμα από αιμοδιψή τέρατα επιδιδόμενα σ' ένα όργιο φρίκης και διαστροφής που -παρ' όλα αυτά- ενθουσίασε και ενθουσιάζει τους απανταχού λάτρεις του είδους!

Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο, αφού αυτή είναι όλη η ταινία, τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Τώρα αν αυτό είναι καλό ή κακό, ας το κρίνει ο καθένας ξεχωριστά. 

Προβλήθηκε στους κινηματογράφους το 1976, με τον τίτλο «The Incredible Torture Show». Aργότερα, η εταιρία διανομής Troma Entertainment άλλαξε τον τίτλο σε «Bloodsucking Freaks». Στην εποχή της προκάλεσε αίσθηση, πέρασε στην σφαίρα του cult και η δημόσια προβολή της σταμάτησε επειδή επέσυρε την οργή της Women Against Pornography. Η επιρροή της σε ταινίες του είδους τεράστια. Κάποιοι την είδαν σαν ένα ρεαλιστικό θρίλερ που περιέγραφε καταστάσεις που συμβαίνουν στα κυκλωματα της μαφίας (κάτι που ισχύει, εν μέρει) και κάποιοι άλλοι σαν μια συραφή βίαιων και σιχαμερών σκηνών χωρίς καμία συνοχή μεταξύ τους (επίσης ισχύει). Λίγο καιρό μετά το τέλος των γυρισμάτων, δύο εκ των πρωταγωνιστών, ο Seamus O'Brien και η Viju Krem δολοφονήθηκαν βίαια από αγνώστους, γεγονός που συνέβαλε στην ήδη κακή φήμη της ταινίας. 

Παρόλα αυτά σήμερα βλέπεται πιο ψύχραιμα, σαν μια ένοχη grindhouse απόλαυση, που προκαλεί περισσότερο γέλιο, παρά φρίκη ή τρόμο. Aυστηρά και μόνο για φανς του trash και για όσους μπορούν να εκτιμήσουν την αξία του διεστραμένου χιούμορ. Γιατί σίγουρα η θέαση της απαιτεί χιούμορ, αλλά καλού κακού έχετε πρόχειρη και μια σακούλα για τον εμετό κάπου εκεί γύρω...

Βαθμολογία: 5/10

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Τρωγλοδύτες / Troglodytes (2011)

Σκηνοθεσία: Θάνος Κερμίτσης
Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Ρουμπούλιας, Ευτέρπη Παπαευθυμίου, Κώστας Κρίτσαλος, Θάνος Λιάκος, Δημήτρης Σταμούλης, Νίκος Σταθάκης, Κώστας Περίσσης, Γιώργος Κτιστάκης, Αντώνης Κουτελιάς, Θάνος Κερμίτσης, Κωσταντίνος Καλογρίδης, Νίκος Μανουσάκης

Συντάκτης: Thodoris KL

Στο  γραφείο μιας ψυχολόγου, ένας Βετεράνος πολέμου αρχίζει να εξιστορεί τις ανείπωτες ως τώρα πολεμικές του εμπειρίες....
Μια φρικτή ιστορία θα αποκαλυφθεί....γιατί πολλές φορές, η φρίκη σε ακολουθεί ακόμα και όταν όλα έχουν τελειώσει....

Ελληνική ταινία μικρού μήκους σε παραγωγή της Underworld Films, μία από τις πολλές κινηματογραφικές ομάδες που συσπειρώνονται κάτω από την ομπρέλα της Chainfree και αυτή που πριν από μερικά χρόνια μας έδωσε τον low budget «Aδάμαστο», την πρώτη ελληνική ταινία επικής φαντασίας βασισμένη σε κόμικ. Οι  «Τρωγλοδύτες» είναι μία από τις παλιότερες δουλειές τους, αυτές που τους κάνανε περισσότερο γνωστούς στο ελληνικό και το διεθνές κοινό. Το σενάριο και η σκηνοθεσία είναι του Θάνου Κερμίτση και σε μεγάλο βαθμό έχει επηρρεαστεί από την ιστορία «Tunnel Rats» του Gordon Rennie που διαβάσαμε στο περιοδικό της DC «Weird War Tales» το 1997. 

Αν έπρεπε να κατηγοριοποιήσουμε την ταινία, θα λέγαμε πως ανήκει στο υποείδος του war horror, στα βήματα των κλασικών «Jacob's Ladder», «The Keep» κλπ. Σε αυτού του τύπου τις ταινίες, τα ψυχικά τραύματα όσων βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης, συνδυάζονται με τον ψυχολογικό τρόμο και την έμφυτη φοβία του ανθρώπου για το άγνωστο και τον θάνατο, κάνοντάς μας να αμφιβάλουμε για το κατά πόσο όσα διαδραματίζονται στην οθόνη μας είναι αληθινά ή απλά εφιάλτες από το παρελθόν ενός ανθρώπου που βίωσε την φρίκη και την αγριότητα του πολέμου στον έσχατο βαθμό. Και η συγκεκριμένη δεν διαφοροποιείται από τις προηγούμενες. Κλίμα μυστηρίου και αυθεντικός τρόμος, που όσο περνάει η ώρα και αρχίζουν οι αποκαλύψεις αντί να καταλαγιάζει γίνεται εντονότερος, ωραία αναπαράσταση ενός πολεμικού σκηνικού (δεν γνωρίζω που ακριβώς γίνανε τα γυρίσματα, αλλά έπειθε σαν κάποια ζούγκλα του Βιετνάμ ή κάτι τέτοιο) και σωστή χρήση των ψηφιακών εφέ, φειδωλή, με γρήγορο μοντάζ, ώστε να μην καταντάει καρτουνίστικο το αποτέλεσμα. Αυτοί είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους αξίζει να δείτε τους «Τρωγλοδύτες». Στα θετικά να προσθέσω και την εμφάνιση του Γιάννη ''Rubus'' Ρουμπούλια στον ρόλο του παλαίμαχου στρατιωτικού, που χωρίς να διεκδικεί δάφνες για την ερμηνεία του, παραμένει αξιοπρεπής και γενικά μετά από τον ρόλο του στον «Πανίσχυρο Μεγιστάνα των Νίντζα» χαίρομαι να τον βλέπω όπου κι αν συμμετέχει. Το μόνο αρνητικό που μπόρεσα να εντοπίσω είναι πως η ταινία αναπαράγει όλα τα κλισέ των πολεμικών ταινιών του εξωτερικού που έχουμε δει στο παρελθόν, χωρίς να προσθέτει κάτι πραγματικά δικό της στο είδος. Η προσπάθεια τους να δούμε ένα διασκεδαστικό και εμπορικό σινεμά «είδους» στην χώρα μας, πέρα από σεξοκωμωδίες και μελοδράματα, είναι αξιέπαινη, αλλά θα προτιμούσα αυτό το cinema να έχει και την δική του ταυτότητα κι όχι απλά να αντιγράφει ό,τι μας έρχεται από το Hollywood. Αντιλαμβάνομαι βέβαια πως ακόμα βρισκόμαστε σε πρώιμο στάδιο, πρώτο μέλημα των Ελλήνων κινηματογραφιστών θα έπρεπε να είναι η αναζωογόνηση του Ελληνικού κινηματογράφου και η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος από πλευράς των θεατών για αυτόν. Τα υπόλοιπα έπονται.

Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο, έτσι κι αλλιώς δεν θα αναφερόμουν ποτέ σε κάποια ταινία μικρού μήκους με σκοπό να την κριτικάρω, παρα μόνο για να την προτείνω σε όσους δεν την έχουν δει, και σπάνια θα καθόμουν να κάνω εσκεμμένα αναφορά σε κάτι που δεν μου άρεσε καθόλου, αν και καμιά φορά πρέπει να γίνεται κι αυτό γιατί αλλιώς δεν θα είχαν νόημα οι (ούτως ή άλλως συμβατικοί) αξιολογικοί χαρακτηρισμοί. Οι «Τρωγλοδύτες» σε καμία περίπτωση δεν είναι αριστούργημα, αλλά δεδομένου του χαμηλού προυπολογισμού που είχαν στην διάθεσή τους τα παιδιά κάνανε καλή δουλειά και μπράβο τους. Οι τιμητικές διακρίσεις στα φεστιβάλ ανα τον κόσμο το αποδεικνύουν.

Άποψη μου: Δείτε την, όπως και τις υπόλοιπες ταινίες τους και στηρίξτε την προσπάθειά τους γιατί αξίζει !

Οι «Τρωγλοδύτες» έχουν ολοκληρώσει τον φεστιβαλικό τους κύκλο και πλέον μπορείτε να τους παρακολουθήσετε στο διαδίκτυο. Ενδεικτικά παραθέτω τα παρακάτω λινκς:

Troglodytes @Youtube
Troglodytes @Vimeo
Η ταινία στο Facebook
H ιστοσελίδα των Underworld Films
Το blog της Chainfree 


Βαθμολογία: Δεν υπάρχει λόγος για κάτι τέτοιο, απλά την προτείνω, όποιος θέλει ας την δει κι ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Ο Δολοφόνος με το Τρυπάνι / The Driller Killer (1979)

Σκηνοθεσία: Abel Ferrara
Πρωταγωνιστούν: Abel Ferrara, Carolyn Marz, Baybi Day

Συντάκτης: Thodoris KL 

Γνωστή στα ελληνικά και ως «Ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Τρυπάνι» και
«Στην Φωλιά του Σχιζοφρενή»

Eν αναμονή της τελευταίας ταινίας του Abel Ferrara με τίτλο «Pasolini» που ερευνά τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατό του διάσημου Ιταλού σκηνοθέτη, ας θυμηθούμε κι αυτό το ταινιάκι που τον έβαλε για τα καλά στον κινηματογραφικό χάρτη πριν από 35 χρόνια.

Η υπόθεση έχει ως εξής: Καλλιτέχνης του περιθωρίου που ζει σε κακόφημη συνοικία της Νέας Υόρκης με την γκόμενα του και την γκόμενα της γκόμενας του (!) οδηγείται σταδιακά στην παράνοια ώσπου στο τέλος ξεχύνεται στους δρόμους σκοτώνωντας όποιον βρει μπροστά του με ένα ηλεκτρικό τρυπάνι. Aιτία για όλα αυτά, η κακή οικονομική του κατάσταση, το ταλέντο του που δεν αναγνωρίζεται από κανέναν και το punk συγκρότημα του Tony Coca Cola και των Roosters (πραγματική μπάντα) που εγκαθίσταται στην πολυκατοικία του και προβάρει σε ώρες κοινής ησυχίας και μη.

To «Driller Killer» είναι μία χαμηλού προϋπολογισμού, ανεξάρτητη ταινία με ένα cast άγνωστων ηθοποιών, σε παραγωγή της εταιρίας του Ferrara, Navaron Films. Eίναι η πρώτη απόπειρα του σκηνοθέτη για μεγάλου μήκους ταινία, μετά από μια σειρά shorts και ένα ερωτικό βίντεο στο οποίο πρωταγωνιστούσε αυτός με την τότε γκόμενα του. Γυρίστηκε σε φιλμ 16 χιλιοστών, στο διαμέρισμα του Ferrara και στους γειτονικούς δρόμους και όσοι είστε εξοικοιωμένοι με το cinema που υπηρετεί, θα παρατηρήσετε πολλά από τα στοιχεία που έγιναν σήματα κατατεθέν στις μετέπειτα δημιουργίες του, όπως: σκηνοθεσία που ισορροπεί ανάμεσα σε grindhouse και arthouse καταβολές, υπόκοσμος, η Νέα Υόρκη σε σήψη, νυχτερινά πλάνα, ένα εκλεκτικό soundtrack που συνδυάζει κομμάτια της εποχής με κλασική μουσική, σκηνές ακραίας βίας και φιλοσοφικά ή θρησκευτικά θέματα που έχουν να κάνουν με την λύτρωση, την σωτηρία και την καταδίκη.

Στην εποχή της λογοκρίθηκε αυστηρά, απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες του κόσμου και στις αρχές των 80's μπήκε στην διαβόητη λίστα των video-nasties (ταινίες που τελούν υπό απαγόρευση στην Μεγάλη Βρετανία) με την δικαιολογία ότι δεν αρμόζει στα κυρίαρχα ήθη και ιδεώδη μιας κοινωνίας. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει προφανής λόγος για κάτι τέτοιο. Το «Driller Killer» είναι περισσότερο ένα ψυχολογικό δράμα με horror περιτύλιγμα και οι σπλατεράδες που ψήθηκαν από τον τίτλο, το εξώφυλλο και την κακιά φήμη που την ακολουθεί ενδέχεται να απογοητευτούν. Ο σκηνοθέτης δεν εστιάζει τόσο στην αιματοχυσία, όσο στην ατμόσφαιρα σήψης και παρακμής, όπως και στην ανάπτυξη χαρακτήρων, κάτι που δεν συναντάμε συχνά σε ταινίες του είδους από εκείνη την εποχή. Όπως και να 'χει το εν γένει μακάβριο ύφος που την διαπερνά και η σκοτεινή αισθητική την καθιστούν μια αρκετά δυσάρεστη εμπειρία για τον θεατή. Ο Ferrara, που εκτός από την σκηνοθεσία έχει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του εκκεντρικού καλλιτέχνη, εδώ υπογράφει ως Jimmy Lane, και δεν κρύβει τις επιρροές του από το cinema του Scorcese και ειδικά από το «Taxi Driver».

Συνοψίζοντας, η ταινία δεν είναι τέλεια. Έχει τις καλές και τις κακές της στιγμές. Σίγουρα δεν είναι  «Bad Lieutenant» ή «Κing of NY». Παρόλα αυτά, είναι ένα δυναμικό ντεμπούτο από έναν δημιουργό που στην διάρκεια της ανεξάρτητης καριέρας του μας έχει δώσει αρκετά διαμαντάκια. Αν γουστάρετε 70's αισθητική, video-nasties και θέλετε να πάρετε μία γεύση από αυθεντικό grindhouse cinema αυτή η ταινία είναι για εσάς. Αν όχι, τότε ίσως η πρωτότυπη για την εποχή της υπόθεση και η εξέλιξη χαρακτήρων να σας ικανοποιήσουν. Άλλωστε, όπως πολύ εύστοχα σχολίασε κάποιος, αν ο John Cassavetes αποφάσιζε να γυρίσει ένα slasher film, το αποτέλεσμα θα ήταν κάπως σαν το «Driller Killer».

Οι πιο απαιτητικοί ας περάσουν κατευθείαν στην επόμενη δημιουργία του, το «Ms.45».

Bαθμολογία: 6/10

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Η Ώρα του Λύκου / Hour of the Wolf (1968)

a/k/a  Vargtimmen

Σκηνοθεσία: Ingmar Bergman
Πρωταγωνιστούν: Max Von Sydow, Liv Ullman, Gertrud Fridh

Συντάκτης: Thodoris KL

Ένας διάσημος ζωγράφος μετακομίζει μαζί με την σύντροφο του σε ένα απομονωμένο νησί, αναζητώντας αυτό το κάτι που θα επαναφέρει την χαμένη του έμπνευση. Με τον καιρό η απομόνωση θα φέρει στο μυαλό του ξεχασμένους εφιάλτες από τα παιδικά του χρόνια μέχρι και σήμερα, που θα τον οδηγήσουν στα όρια της τρέλας. Η σύντροφος του θα βρει το ημερολόγιό του και διαβάζοντας τα όσα έχουν συμβεί θα αρχίσει να επηρεάζεται και εκείνη. Οι δυο τους θα μένουν ξάγρυπνοι από τα μεσάνυχτα μέχρι και την ανατολή του ηλίου.Τότε θα σημάνει η ώρα του λύκου, το σκοτεινότερο κομμάτι του χρόνου.

Ώρα του λύκου, σύμφωνα με τη σκανδιναβική παράδοση ονομάζεται η ώρα που ο λύκος παραμονεύει έξω από την πόρτα. Μεταξύ της νύχτας και της αυγής κάπου 3-4 τα χαράματα , είναι η ώρα που πεθαίνουν και γεννιούνται οι περισσότεροι άνθρωποι.
Για όσους κοιμούνται , είναι η ώρα που τα όνειρα γίνονται εφιάλτες και για όσους μένουν άγρυπνοι, είναι η στιγμή που νιώθουν ένα απόκοσμο φόβο και το μόνο που ακούν είναι ο ήχος της καρδιάς τους. Όσοι πάλι μένουν ξύπνιοι ,αλλά έχουν παρέα, είναι η ώρα των μεγάλων εξομολογήσεων.

Την χρονιά που κυκλοφόρησαν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού σημαντικά αριστουργήματα όπως το «Rosemary's Baby» του Roman Polanski και το «Νight of the Living Dead» του George Romero και ανανέωσαν το είδος του τρόμου, ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους σκηνοθέτες έβαλε με τον τρόπο του το δικό του λιθαράκι. Και τι λιθαράκι ! Ογκόλιθος ολόκληρος !

Η «Ώρα του Λύκου» είναι ένα μίγμα γοτθικού τρόμου και σουρεαλιστικού δράματος. Η ιστορία φέρνει στο μυαλό το μεταγενέστερο «The Shining» (τόσο το πρωτότυπο του Stephen King, όσο και την εκδοχή του Kubrick) και το σχετικά πρόσφατο «Shutter Island» του Martin Scorcese. Θεωρώντας πως όλες οι ταινίες του Bergman έχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, αυτή είναι πιθανότατα η πιο προσωπική. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερα τρομαχτικές σκηνές και καθόλου gore, αλλά σου προσφέρει τροφή για σκέψη. Θα την συνιστούσα κυρίως στους φανς του Bergman των δεκαετιών '50 και '60 (όπου αναμφίβολα ήταν και η καλύτερη περίοδός του) και στους φίλους του arthouse κινηματογράφου.

Είναι προφανές ότι «Η Ώρα του Λύκου» ασχολείται με την έναρξη της ψύχωσης του Johan Borg (που εκφράζεται κυρίως με οπτικές παραισθήσεις). Ο Μπέργκμαν είχε μελετήσει την ανθρώπινη ψυχή και την ψυχική ασθένεια σε βάθος. Ωστόσο, μετά από την προβολή της ταινίας βρήκα αρκετά ενδιαφέρον το γεγονός ότι ασχολείται επίσης με ένα μάλλον σπάνιο ψυχιατρικό σύνδρομο που ονομάζεται «folie a deux». Σε αυτό το σύνδρομο, ένα σύμπτωμα της ψύχωσης μπορεί να μεταδοθεί  από ένα άτομο (Johan) σε ένα άλλο (Alma). Kάτι σαν μεταδοτική ασθένεια, το δεύτερο άτομο επηρεάζεται από τις εμμονές του πρώτου και η παράνοια πλέον μοιράζεται στα δύο. Τα λόγια της Alma λίγο πρίν τους τίτλους τέλους («Στα χρόνια που περάσαν εγώ κι ο άντρας μου γίναμε ένα πρόσωπο, οπότε ίσως κάποιες από τις παραισθήσεις του να γίνανε και δικές μου») το αποδεικνύουν.

Άλλες ταινίες που ασχολούνται με το ίδιο ψυχιατρικό σύνδρομο είναι το «Persona» επίσης του Bergman, το «Bug» του William Friedkin και το «Antichrist» του Lars Von Trier.

Bαθμολογία: 10/10

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Ο Κυνηγός / Predator (1987)

Σκηνοθεσία: John McTiernan
Πρωταγωνιστούν: Arnold Schwarzenegger, Carl Weathers, Jesse Ventura, Kevin Peter Hall

Συντάκτης: Thodoris KL

Ο Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ θα αντιµετωπίσει τον ίδιο το θάνατο σε µια τροµακτική περιπέτεια όπου ο κυνηγός γίνεται κυνηγηµένος…Σε μια απομακρυσμένη ζούγκλα της Γουατεμάλας στη Βαλ Βέρντε καταρίπτεται από τους αντάρτες ένα ελικόπτερο του αμερικανικού στρατού και οι επιβάτες του κρατούνται αιχμάλωτοι. Ο Ταγματάρχης Ντατς και η στρατιωτική του ομάδα ειδικών δυνάμεων καλούνται να βοηθήσουν την CIA στην διάσωσή τους. Σύντομα θα αντιληφθούν πως η αποστολή είναι στημένη και πως αυτό που έχουν να αντιμετωπίσουν στην πραγματικότητα  είναι πιο τρομακτικό κι από τους χειρότερους εφιάλτες τους.

Κλασική ταινία δράσης των 80's, σημείο αναφοράς για πάρα πολλές action/sci-fi/horror παραγωγές που ακολούθησαν και, κάτα πάσα πιθανότητα, η καλύτερη στο είδος της.
Βέβαια, δίνεται έμφαση στο action, κυρίως λόγω πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι αυτή που καθιέρωσε το είδος του action / survival horror που είδαμε σε videogames σαν το
«Resident Evil» και το «Dino Crisis» (εντάξει, προυπήρξε το «Dawn of the Dead» και μερικές ακόμα παρόμοιου τύπου ταινίες που συνδυάζανε τον τρόμο με την δράση, αλλά το «Predator» πραγματικά δημιούργησε σχολή και αυτό αποδεικνύεται από το μεγάλο αριθμό ταινιών τις οποίες ενέπνευσε).

Το σενάριο θα μπορούσε κάλλιστα να υποστηρίζει ένα αφελές b-movie, με υπερβατικές καταστάσεις και μονοδιάστατους χαρακτήρες.
Εντούτοις, η χαρισματική σκηνοθεσία του Τζον Μακ Τίρναν, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της ζούγκλας, το άφθονο gore, τα ειδικά οπτικά εφέ και το μυστήριο γύρω από την ταυτότητα του θύτη που γδέρνει και κρεμά στα δέντρα τα θύματά του, συντελούν ώστε ο
«Κυνηγός» να αποκτά διαστάσεις ενός νευρώδους, και έως έναν βαθμό τρομακτικού, θρίλερ που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι τα τελευταία λεπτά.

Οι εισπράξεις της ταινίας ξεπέρασαν τα $100.000.000 και αυτό άνοιξε τον δρόμο για το sequel. O «Κυνηγός ΙΙ» κυκλοφόρησε το 1990, γυρισμένο αυτή την φορά όχι σε κάποια ζούγκλα, αλλά στο υποβλητικό αστικό τοπίο του Λος Άντζελες. Δυστυχώς όμως δεν σημείωσε την ίδια επιτυχία. Aπουσίαζαν βέβαια οι σκληροτράχηλοι πρωταγωνιστές της πρώτης ταινίας, που πας με τον λαπά (i'm too old for this sh*t) Ντάνυ Γκλόβερ ; :P
  Και πάνω που πιστεύαμε πως αυτή ήταν και η ταφόπλακα του franchise, και πως οι φανς θα απολαμβάναμε το αγαπημένο μας τέρας μόνο μέσα από τα comics, κυκλοφορεί 20 χρόνια μετά η δεύτερη συνέχεια με τον τίτλο «οι Κυνηγοί», καθώς και μια σειρά ταινιών που έφερνε αντιμέτωπο τον Κυνηγό με ένα άλλο πασίγνωστο εξωγήινο τέρας του κινηματογράφου, το Άλιεν. Mία τρίτη συνέχεια σκηνοθετημένη από τον Shane Black, ο οποίος επαιζε τον ρόλο του Hawkins στην πρώτη ταινία, έχει ανακοινωθεί και αναμένεται να κυκλοφορήσει μέσα στο 2015.

Βαθμολογία: 9/10 

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Χένρι: Το Πορτρέτο ενός Δολοφόνου / Henry: Portrait of a Serial Killer (1986)

Σκηνοθεσία: John McNaughton
Πρωταγωνιστούν: Michael Rooker, Tracy Arnold, Tom Towles.

Συντάκτης: Thodoris KL

Ναι, σκότωσα την μάνα μου...

 Η ζωή μέσα από τα μάτια ενός «κατά συρροήν δολοφόνου» του περίβόητου Χένρι Λι Λούκας, που έδρασε συνοδεία του «συνεργάτη» του Οτις Τόουλ τη δεκαετία του '70, σκοτώνοντας περισσότερους από 500 ανθρώπους ­ κατά τους ισχυρισμούς τους τουλάχιστον...

 Η συγκεκριμένη ταινία γυρίστηκε το 1986 με ελάχιστα χρήματα και μόλις μέσα σε ένα μήνα. Ωστόσο, δεν βγήκε στις αίθουσες παρά τέσσερα χρόνια αργότερα, καθώς οι παραγωγοί δεν εκτίμησαν το τελικό αποτέλεσμα, ενώ αντιμετώπισαν προβλήματα με το σήμα καταλληλότητας της ταινίας. Kαι πως να μην αντιμετωπίσουν όταν μιλάμε για τo πιο σκληρό θρίλερ της δεκαετίας του '80 και ταυτόχρονα ένα από τα καλύτερα,  που έδωσε με τον τρόπο του μια απάντηση στα αμέτρητα κι αδιάφορα slashers που είχαν κατακλύσει τις οθόνες μας εκείνη την εποχή. Ρεαλισμός, σκοτεινό κλίμα, «βρώμικο» φιλμ, 70's αισθητική, σήψη, απόκοσμη ατμόσφαιρα. Ο κακός της υπόθεσης αυτή την φορά δεν είναι κάποιος υπερφυσικός «μπαμπούλας» όπως ο Freddy ή ο Jason, αλλά ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά όπως όλοι μας, ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας θα μπορούσαμε να πούμε, τα θύματά του το ίδιο.

Όσοι γνωρίζουν την πραγματικη ιστορία  θα προσέξουν πως υπάρχουν αισθητές διαφορές με την ταινία και ίσως να απογοητευτούν αφού ο McNaughton παρουσιάζει τον Henry (o Rooker σε ρόλο ζωής) σαν έναν -καταβάθος- ευαίσθητο νέο με ψυχολογικά προβλήματα, που οφείλονται στα παιδικά του χρόνια και την κακομεταχείριση από την μητέρα του, και που έχει μάθει να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους σαν εχθρούς, οπότε τους σκοτώνει για να μην τον σκοτώσουν αυτοί πρώτοι. Ο Ότις από την άλλη είναι ένα πρόσφατα αποφυλακισμένο απόβρασμα, που πουλάει ναρκωτικά σε πιτσιρίκια και έχει ερωτικές φαντασιώσεις με την αδερφή του. Στην πραγματικότητα βέβαια ο Χένρι υπήρξε από τους πιο βίαιους και αδίστακτους εγκληματίες του Σικάγο, που σαν παιδί κι αυτός είχε βιάσει το αποκεφαλισμένο πτώμα της μητέρας του. Όταν αποφυλακίστηκε, γνώρισε τον Ότις Τουλ, έναν τραβεστί που έπασχε από βαριάς μορφής σχιζοφρένεια, και μαζί βασάνισαν, σκότωσαν και κατακρεούργησαν εκατοντάδες θύματα. Κατά την σύλληψή τους, ομολόγησαν ότι διέπραξαν περισσότερους από 500 φόνους, αλλά θεωρήθηκε ότι υπερέβαλαν για να περάσουν στο πάνθεον των serial killers.
Το δίδυμο είχε πάθος με την ανθρωποφαγία, με τον Lucas να εκδίδει «τσελεμεντέ» με τρόπους μαγειρέματος του ανθρώπινου σώματος, λίγο προτού εκτελεστεί στο Τέξας. Ο Otis κατάφερε να μετατρέψει την ποινή του σε ισόβια κάθειρξη και πέθανε το 1996 στη φυλακή.

Αυτά και άλλα πολλά απουσιάζουν από την ταινία, αυτό όμως δεν είναι κάτι που πρέπει να μας απασχολεί. Το «πορτρέτο» είναι μια απεικόνιση της σημερινής κοινωνίας και η ουσία του βρίσκεται στο ανατριχιαστικό όσο και μηδενιστικό μήνυμά του. Τα πάντα επιτρέπονται, από τον βιασμό, την αιμομιξία, την ομοφυλοφιλία, την παιδεραστία, την μητροκτονία, τα ναρκωτικά, μέχρι και την εν ψυχρώ δολοφονία για ψύλλου πήδημα. Καλοί δεν υπάρχουν πουθενά, ο πιο συμπαθητικός χαρακτήρας του φιλμ είναι ο δολοφόνος.
Η δικαιοσύνη δεν απονέμεται ποτέ και λύτρωση δεν βρίσκεις ούτε μετά τους τίτλους τέλους...

Βαθμολογία: 9/10 (αν και μιλάμε για το απόλυτο 0, συμβολικά)

Η Νύχτα του Κυνηγού / The Night of the Hunter (1955)

Σκηνοθεσία: Charles Laughton, Robert Mitchum (uncredited), Terry Sanders (uncredited)
Πρωταγωνιστούν: Robert Mitchum, Shelley Winters, Lillian Gish

Γνωστή στα Ελληνικά και ως ''Ο Θανατοποινίτης με το Σημάδι''

Συντάκτης: Thodoris KL


Στις αρχές της δεκαετίας του '30, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής γεύονται τους πικρούς, άγουρους και φρέσκους ακόμα καρπούς του Μεγάλου Κραχ. Κάπως έτσι, ο Ben Harper γίνεται δολοφόνος στο όνομα 10.000 δολαρίων. Οι μόνοι που γνωρίζουν για το έγκλημα είναι τα μέλη της οικογένειας του, η αλαφροΐσκιωτη σύζυγος Willa και τα δυο μικρά παιδιά του. Μετά το έγκλημα δε θα αργήσει να έρθει η τιμωρία. Κι έτσι ο Ben περιμένει τη θανατική του καταδίκη στο ίδιο κελί μαζί με έναν σπεσιαλίστα στην εκκαθάριση χηρών. Όταν ο τελευταίος θα αποφυλακιστεί θα ντυθεί ιερέας και θα προσπαθήσει να αποπλανήσει τα γυναικόπαιδα, πάνω στην αναζήτηση του χαμένου θησαυρού, όντας αποφασισμένος να φτάσει και μέχρι τον φόνο στην προσπάθεια του να τα βρει.

Μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του ομώνυμου βιβλίου του Davis Grubb, που με την σειρά του είχε επηρρεαστεί από την πραγματική ιστορία του serial killer Harry Powel ο οποίος εκτελέστηκε το 1932 για τους φόνους δύο χηρών και τριών παιδιών στο Clarksburg της Δυτικής Βιρτζίνια. Πρόκειται για ένα από τα σπουδαιότερα και εμβληματικότερα αριστουργήματα στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, σκηνοθετικό ντεμπούτο μα ταυτόχρονα και κύκνειο άσμα του ευρέως καταξιωμένου, στην εποχή του, ηθοποιού Charles Laughton που απέδωσε την ιστορία με ποίηση και λυρισμό. Ίσως το καλύτερο φιλμ νουάρ όλων των εποχών με πολλά στοιχεία τρόμου, παραμυθιού και θρησκευτικής (και όχι μόνο) αλληγορίας.

Η διεύθυνση φωτογραφίας είναι του Stanley Cortez και πραγματικά συμβάλλει τα μάλα στην ατμόσφαιρα της ταινίας. Oι επιρροές του από τα Νosferatu, the Cabinet of Dr. Calligari και παρόμοιες ταινίες του Γερμανικού εξπρεσιονισμού είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Οι ερμηνείες εξαιρετικές, με κορυφαία αυτή του Robert Mitchum, στον καλύτερο ρόλο της καριέρας του μαζί με το Cape Fear.

Δυστυχώς η ταινία στην εποχή της αγνοήθηκε από το κοινό και θάφτηκε από τους κριτικούς κινηματογράφου, οπότε ο Charles Laughton απογοητευμένος αποφάσισε να μην σκηνοθετήσει καμία άλλη ταινία στην ζωή του. Με το πέρασμα των χρόνων όμως αναγνωρίστηκε σαν ένα πραγματικό αριστούργημα. Ανάμεσα στους μεγάλους σκηνοθέτες που επηρεάστηκαν από την νύχτα του κυνηγού είναι και οι David Lynch, Martin Scorcese, Terence Malick, Jim Jarmusch, the Coen Brothers και ο Spike Lee.

To 1992 η νύχτα του κυνηγού χαρακτηρίσθηκε ''πολιτισμικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική'' από την βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και επιλέχθηκε για διατήρηση στο εθνικό μητρώο του κινηματογράφου της.

Bαθμολογία: 10/10

Το βίντεο του Μπένι / Benny's Video (1992)

Σκηνοθεσία: Michael Haneke
Πρωταγωνιστούν: Άρνο Φρις, Άνγκελα Βίνκλερ, Ούρλιχ Μίε, Ίνγκριντ Στάσνερ 




Συντάκτης: Thodoris KL 

 Ο δεκατετράχρονος Μπένι (Arno Frisch) είναι ένα χαϊδεμένο παιδί εύπορης αστικής οικογένειας. Οι γονείς του, του έχουν χαρίσει τον πιο μοντέρνο εξοπλισμό βίντεο, ήχου και τηλεοράσεως. Ο Μπένι, κάνει συνεχείς λήψεις με την κάμερα, τις μοντάρει και τις βλέπει στην τηλεόρασή του. Αφοσιώνεται με πάθος σε αυτή την ενασχόληση. Η πιο αγαπημένη του κασέτα, είναι μία που γύρισε στην εξοχή και παρουσιάζει, αναλυτικά και με ακρίβεια, πως ο χωρικός σφάζει ένα γουρούνι. Οι γονείς του γνωρίζουν το γεγονός, αλλά δείχνουν να αδιαφορούν όντας απασχολημένοι με τα δικά τους προβλήματα.
 Κάποια μέρα που απουσιάζουν οι γονείς του, προσκαλεί μια συνομήλική του κοπέλα, της δείχνει το βίντεο και το μαχαίρι του χωρικού. Ύστερα την σκοτώνει χωρίς συγκεκριμένο λόγο, ενώ η κάμερα του καταγράφει το γεγονός...

Mία από τις πρώτες ταινίες του Αυστριακού Μichael Haneke και το δεύτερο μέρος μιας άτυπης τριλογίας, μαζί με την ''7η ήπειρο'' και τις ''71 συμπτώσεις'' είναι στην ουσία ένα δραματικό θρίλερ που όμως θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε και σαν horror-of-personality.
 

Πέντε χρόνια πριν από το ''Funny Games'' ο Haneke καταπιάνεται με ένα από τα αγαπημένα του θέματα, αυτό της βίας και της ανικανότητας του ανθρώπου να την ελέγξει.Πλάθει έναν κόσμο σκοτεινό, τρομακτικό και απόλυτα ρεαλιστικό και μας δίνει μια ταινία που αποδείχθηκε προφητική και πραγματικά σοκάρει, όχι τόσο με τις εικόνες της (υπάρχουν ελάχιστες gore σκηνές) όσο με το άρρωστο του θέματος, την παγερή σκηνοθετική ματιά και τους ανατριχιαστικούς διαλόγους.

 Ο Χάνεκε εμπνεύστηκε την ταινία του, ένα δοκίμιο πάνω στη βία, από την πραγματική ιστορία ενός ανήλικου αγοριού, το οποίο μετά το φόνο που είχε διαπράξει και ερωτηθείς από τον ανακριτή γιατί το έκανε, εκείνο έδωσε την αποστομωτική απάντηση: «Δεν ξέρω... μάλλον, ήθελα να δω πώς είναι»! 
Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το πραγματικό συμβάν (δεν είναι το μόνο τέτοιου είδους) έλαβε χώρα στην ιδιαίτερη πατρίδα του σκηνοθέτη, την Αυστρία, ένα έθνος με ιδιαιτέρως βεβαρυμένο ψυχοπαθολογικό παρελθόν και διαταραγμένη ιδιοσυγκρασιακή ταυτότητα, όπως επίσης δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ένας πολύ υψηλών προδιαγραφών Αυστριακός σκηνοθέτης επιχείρησε να αναλύσει και να εκθέσει κινηματογραφικά ένα τεράστιο θέμα: την πυροδότηση της βίας, όχι στις καταπιεζόμενες υποανάπτυκτες κοινωνίες του δυτικού κόσμου όπου το φαινόμενο της βίας είναι ευνόητο, αλλά σε αυτές του δυτικού κόσμου, τις κοινωνίες αφθονίας.

Ένα σκοτεινό και παγερό αριστούργημα !



Βαθμολογία: 10/10


Ο Καλός Γιος / The Good Son (1993)

Σκηνοθεσία: Joseph Ruben
Πρωταγωνιστούν: Macaulay Culkin, Elijah Wood, Wendy Crewson

Συντάκτης: Thodoris KL

Η περίοδος που ακολουθεί τον θάνατο της μητέρας του 10χρονου Μαρκ, συμπίπτει με ένα επείγον επαγγελματικό ταξίδι του πατέρα του. Σαν αποτέλεσμα, το αγόρι πηγαίνει να μείνει για μερικές εβδομάδες στο σπίτι των θείων του, στο Μέιν. Όμως κι αυτό το σπιτικό έχει στιγματιστεί από μια τραγωδία: πριν λίγο καιρό πνίγηκε στο μπάνιο το νεογέννητο της Σούζαν και του Ουάλας Έβανς. Ο Μαρκ πολύ σύντομα διαπιστώνει πως ο συνομήλικος εξάδελφός του, Χένρι, με τον οποίο περνάει πολύ διασκεδαστικά τις δυο πρώτες μέρες της διαμονής του εκεί, κρύβει μέσα του πολύ βίαια, ίσως και δολοφονικά ένστικτα...

Δύο πολύ ταλαντούχοι μικροί ηθοποιοί στηρίζουν με τις ερμηνείες τους αυτό το συναρπαστικό θρίλερ τρόμου σκηνοθετημένο από τον Joseph Ruben (γνωστός b-movας με πολλά cult classics στην καριέρα του όπως το the Stepfather, εδώ κάνει μια απόπειρα να περάσει σε πιο mainstream παραγωγές) και σε σενάριο του Άγγλου συγγραφέα Ian McEwan. Πρόκειται για τον χαριτωμένο μικρούλη του ''Μόνος στο σπίτι'', Μacaulay Culkin, σε μία από τις τελευταίες του εμφανίσεις να υποδύεται έναν χαρακτήρα εκ διαμέτρου αντίθετο από αυτούς που τον είχαμε μέχρι τότε συνηθίσει, και τον Elijah Wood, γνώριμο πλέον πρωταγωνιστή του ''Άρχοντα των Δαχτυλιδιών''.
  Από τα πλέον κλασικά έργα με δολοφονικά παιδιά της δεκαετίας του '90, φανερά επηρεασμένο από το ''Βad Seed'' του 1956, καταφέρνει να σε κρατήσει σε αγωνία μέχρι το εκρηκτικό φινάλε, το οποίο γυρίστηκε σε έναν θεαματικό βράχο, κάτω από τον οποίο παραμόνευε ένας τεράστιος γκρεμός.   Γυρισμένο χωρίς την χρήση ειδικών εφέ, ολόκληρη η σκηνή παίχτηκε όχι μόνο από stuntmen, αλλά και από τους μικρούς πρωταγωνιστές.Ο σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται στο έπακρο την φυσική ομορφιά της πολιτείας του Μέιν και μας προσφέρει ατμοσφαιρικά πλάνα με μαγευτικά τοπία.

Την ταινία ακολουθεί μια κακιά φήμη, γιατί την χρονιά που κυκλοφόρησε οι συντηρητικοί κριτικοί δεν χαρίστηκαν στην οικογένεια Κάλκιν, λέγοντας πως κανένας σοβαρός γονιός δεν θα άφηνε το παιδί του να παίξει σε μια τέτοια παραγωγή και ταυτόχρονα την θεώρησαν επικίνδυνη για τα παιδιά που θα έβλεπαν τον αγαπημένο τους ήρωα σε αυτόν τον ρόλο και ενδεχομένως να προσπαθούσαν να τον μιμηθούν. Προσωπικά πάντως, αν μιλάμε για παιδιά προσχολικής ηλικίας, θεωρώ εξίσου ,αν όχι περισσότερο, επικίνδυνο το ''Ηοme Alone'' και αν ρίξετε μια ματιά στην επιρροή που είχε στα αμερικανάκια θα καταλάβετε τι εννοώ.

Η ταινία απέφερε κέρδη άνω των $60.000.000 στο παγκόσμιο box office και οι νεαροί πρωταγωνιστές βραβεύθηκαν για τις ερμηνείες τους.

Bαθμολογία: 7/10


The Legend Of Boggy Creek: A True Story (1972)

Σκηνοθεσία: Charles B. Pierce
Πρωταγωνιστούν: Willie E. Smith, John P. Hixon, Vern Stierman

 Συντάκτης: Thodoris KL

''I was seven years old when I first heard him scream... It scared me then and it scares me now...!''

Mε αυτά τα λόγια ξεκινάει η αφήγηση της ταινίας και μας βάζει κατευθείαν στο κλίμα για το τι θα ακολουθήσει. Μια ταινία για την οποία αρχικά βρισκόμουν σε δίλημμα για το αν θα ταίριαζε περισσότερο στον τρόμο ή στα ντοκιμαντέρ.Τελικά κατέληξα στο πρώτο, αφενός γιατί πρόκειται για ψευδό-ντοκιμαντέρ με στοιχεία ταινίας τρόμου και αφετέρου γιατί πιθανών, λόγω θεματολογίας, οι horror fans να το εκτιμήσουν περισσότερο. Ένα horror docudrama λοιπόν, που μας πάει πίσω στη δεκαετία του '50, όταν κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα μια ιστορία για ένα τέρας μακρυνό συγγενή του γνωστού Πλατυπόδη, που ζούσε στους βάλτους του Νότιου Αρκάνσας και τρομοκρατούσε τους ανυποψίαστους κατοίκους στην ευρύτερη περιοχή.

Αν αναρωτηθήκατε ποτέ για το που έχει τις ρίζες της αυτή η μόδα με τις ταινίες τρόμου, γυρισμένες στο πόδι και με ερασιτεχνικές κάμερες, έτσι ώστε να θυμίζουν ντοκιμαντέρ, που βγαίνουνε με τον σωρό τα τελευταία χρόνια, η απάντηση βρίσκεται στον Boggy Creek. Προάγγελος του ''Cannibal Holocaust'' και του ''The Blair Witch Project'' (οι συντελεστές του δεύτερου έχουν παραδεχθεί την επιρροή τους και κατατάσσουν την ταινία μέσα στις 10 πιο τρομαχτικές όλων των εποχών) χρησιμοποιεί το στυλ του ντοκιμαντέρ, με συνεντεύξεις από άτομα που ήρθαν αντιμέτωποι με το τέρας, απίστευτα πλάνα φυσικής ομορφιάς από τα δάση της πολιτείας και αφήγηση από κάποιον που όπως μαθαίνουμε από τα πρώτα λεπτά, ήρθε σε επαφή με τον μύθο από πολύ μικρή ηλικία. Παράλληλα έχουμε και πολλές σκηνοθετημένες ιστορίες τρόμου, βασισμένες σε αληθινές μαρτυρίες, με το τέρας να επιτίθεται σε κατοίκους και περαστικούς με μακάβρια αποτελέσματα.

O Charles B. Pierce, σκηνοθέτης της ταινίας, πωλητής διαφημίσεων από το Τέξας μέχρι τότε, χωρίς να πιστεύει απόλυτα στον μύθο, αλλά εντυπωσιασμένος από τις ιστορίες που ακούγονταν περί αυτού, δανείστηκε $100.000 και με μια κάμερα 35mm και ερασιτέχνες ηθοποιούς, γύρισε αυτό το φιλμάκι διάρκειας 90'. Μπορεί να φαίνεται σαν ερασιτεχνική δουλειά και να γίνετε βαρετή σε ορισμένα σημεία, αλλά η τρομαχτική ατμόσφαιρα, το μυστήριο, το βρώμικο στυλ της δεκαετίας του '70 και η πρωτοτυπία του εγχειρήματος (τουλάχιστον για την εποχή της, σήμερα είναι κάτι συνηθισμένο να γυρίζονται ταινίες με αυτό τον τρόπο) προσωπικά με κέρδισαν. Υπάρχει μια μόνιμη αίσθηση απειλής και ο σκηνοθέτης ξέρει πως να προκαλεί τρόμο με το να αφήνει πολλά πράγματα στη φαντασία (δεν βλέπουμε ποτέ το τέρας στην ολότητά του). Παίχτηκε σχεδόν αποκλειστικά σε grindhouse κινηματογράφους και αποτέλεσε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία με τα έσοδα να φτάνουν μέχρι σήμερα τα 20 εκατομμύρια.

Ακολούθησαν δύο μέτριες συνέχειες, όχι στο στυλ του ντοκιμαντέρ, που δεν σημείωσαν την ίδια επιτυχία, με αποτέλεσμα όλα τα επόμενα σίκουελς να κυκλοφορήσουν για την αγορά του βίντεο. Το τελευταίο μέχρι στιγμής είναι το ''The Legacy of Boggy Creek'' του 2011, ενώ ετοιμάζεται άλλο ένα που θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2013. Ο Charles B. Pierce στην διάρκεια της καριέρας του σκηνοθέτησε συνολικά 13 ταινίες μέχρι τον θάνατο του, από φυσικά αίτια, τον Μάρτιο του 2010. Ανάμεσα σε αυτές υπάρχουν και πολλές ταινίες τρόμου, με την καλύτερη να είναι το cult hit του 1976 ''The Town That Dreaded Sundown'' . Σήμερα θεωρείται ένας από τους πρώτους ανεξάρτητους κινηματογραφιστές.


Bαθμολογία: 7/10


Ghostwatch - TV Movie (1992)

Σκηνοθεσία: Lesley Manning
Πρωταγωνιστούν: Michael Parkinson, Sara Greene, Mike Smith

Συντάκτης: Thodoris KL

 Ήταν το Halloween του 1992 όταν το τηλεοπτικό σόου ''Ghostwatch'' προβλήθηκε στη βρετανική τηλεόραση, διαφημισμένο ως ζωντανό ντοκιμαντέρ για ένα στοιχειωμένο σπίτι της Αγγλίας, οι ένοικοι του οποίου ανέφεραν υπερφυσική δραστηριότητα. Ναι, φαντάσματα, αν και μιλάμε για ένα μόνο, τον «Mr. Pipes». Με το που ξεκίνησε λοιπόν η εκπομπή έγινε φανερό ότι ο Mr. Pipes ήταν απόλυτα αληθινός και το σπίτι ξεκάθαρα στοιχειωμένο, με τις απόκοσμες δυνάμεις που είχαν κυριεύσει την οικία να εμφανίζονται βίαιες και αναμφίβολα κακές. Η εκπομπή έληξε με το στούντιο να τυλίγεται στις φλόγες και τους διάσημους παρουσιαστές να πεθαίνουν, να τρελαίνονται και να εξαφανίζονται, ως τρανή απόδειξη της ενόχλησης που έφεραν στα πνεύματα! Το''Ghostwatch'' ξέχασε ωστόσο να αναφέρει ότι το όλο θέαμα ήταν δραματοποιημένο και καθόλου πραγματικό, με το BBC να κατακλύζεται έτσι από κλήσεις είτε ανήσυχων πολιτών είτε εξοργισμένων τηλεθεατών, καθώς κανείς δεν ενημερώθηκε ότι το σόου ήταν σατιρικό. Ο αντίκτυπος της εκπομπής γιγαντώθηκε τόσο που το δίκτυο BBC αναγκάστηκε να προβάλει απολογητικό talk show με τους εξοργισμένους τηλεθεατές, ψυχολογικά ράκη αυτοί και τα παιδιά τους από το απόκοσμα φαινόμενα που έλαβαν χώρα στο ''Ghostwatch''... 

Σε σενάριο του Stephen Volk, γνωστός από τα σενάριά του για πολλές ταινίες τρόμου όπως το ''The Guardian'' του William Friedkin και το ''Gothic'' του Ken Russell, και σε σκηνοθεσία του Lesley Manning, το ''Ghostwatch'' είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα ψευδορεαλισμού, ένα ψευδο-ντοκιμαντέρ τρόμου προπομπός του ''The Blair Witch Project''. Aπαγορευμένο από το BBC για πάνω από 10 χρόνια μετά την αρχική προβολή του, έπειτα από καταγγελίες θεατών πως προκάλεσε διαταραχή μετατραυματικού στρες σε δύο ανήλικα παιδιά και ώθησε έναν ψυχικά διαταραγμένο νεαρό άντρα στην αυτοκτονία.

Σήμερα έχει αποκτήσει cult φήμη και κυκλοφορεί κανονικά σε dvd.

Βαθμολογία: 9/10 

 

Κραυγές Αγωνίας / When a Stranger Calls ( 1979)

Σκηνοθεσία: Fred Walton
Πρωταγωνιστούν: Carol Kane, Charles Durning, Rutanya Alda

Συντάκτης: Thodoris KL

H ζωή μιας μπέιμπυ σίττερ θα μετατραπεί σε εφιάλτη, όταν κατά την διάρκεια της νύχτας κάποιος παρανοϊκός θα ξεκινήσει ένα παιχνίδι παρενόχλησης μέσω του τηλεφώνου.

Έχοντας ακούσει τα καλύτερα για αυτό το, για πολλούς, κλασσικό αστυνομικό θρίλερ τρόμου από την δεκαετία του '70, αποφάσισα να του δώσω μια ευκαιρία και να το δω.
Δυστυχώς το αποτέλεσμα δεν ήταν το αναμενόμενο και απογοητεύτηκα. Ξεκίναγε με ένα από τα πιο τρομαχτικά και αγωνιώδη 25λεπτα που έχω παρακολουθήσει στην ζωή μου, αλλά η συνέχεια δεν ήταν του ίδιου επιπέδου.

Δεν θέλω βέβαια να πω πως ήταν άσχημη ταινία, αντιθέτως βλέπεται πολύ ευχάριστα, απλά περίμενα πολλά περισσότερα. Ίσως η εναρκτήρια σεκάνς, η ιστορία και η φήμη του κλασικού να έθεσαν υπερβολικά ψηλά τον πήχη στις προσδοκίες. To φανταζόμουν σαν έναν συνδυασμό Panic Room με Black Christmas ή κάπως έτσι τέλος πάντων και τελικά έπεσα έξω. Παρόλα αυτά είχε ενδιαφέρον και προς το τέλος ξαναβρίσκει τον ρυθμό του.

Όχι αριστούργημα, αλλά καλό. Δείτε το χωρίς να περιμένετε πολλά πράγματα.
Aν πάλι θέλετε κάτι καλύτερο και πιο έξυπνο προτιμήστε το ''April Fool's Day'' του ιδίου σκηνοθέτη (όχι το βίντεορημεικ του 2008 από τους Butcher Brothers, αλλά την πρωτότυπη ταινία του '86)

Για την ιστορία να πούμε πως η βασική ιδέα της ταινίας είναι επηρεασμένη από τον κλασσικό Αμερικανικό θρύλο ''The Babysitter and the Man Upstairs'', διαθέτει μια εξαιρετική εναρκτήρια σκηνή (ειδική αναφορά σε αυτή έκανε ο Wes Craven στο Scream το 1996), γνώρισε ένα τηλεοπτικό σίκουελ το 1993 με τον τίτλο ''When a stranger calls back'' επίσης σκηνοθετημένο από τον Walton, και ένα κινηματογραφικό remake το 2006 σε σενάριο του ''remakeάκια'' Jake Wade Wall και σκηνοθεσία του ,γνωστού από το Τomb Raider, Simon West.


Βαθμολογία: 6/10 (αν το πρώτο 25λεπτο ήταν μικρού μήκους θα 'χε τσιμπήσει το 10άρι στο χαλαρό)


H Προφητεία / The Prophecy (1995)

Σκηνοθεσία: Gregory Widen
Πρωταγωνιστούν: Christopher Walken, Elias Koteas, Virginia Madsen

Συντάκτης: Thodoris KL

Ένας αστυνομικός ανακαλύπτει ένα μοναδικό αντίτυπο της Βίβλου, γραμμένο στο χέρι. Σύμφωνα με αυτό η Αποκάλυψις του Ιωάννη έχει ένα ακόμα κεφάλαιο, που το γνωρίζουν μόνο στους ουρανούς, το οποίο μας αναφέρει πως, από την δημιουργία του ανθρώπου κι έπειτα, διεξάγεται πόλεμος ανάμεσα στους Αγγέλους. Η προφητεία μας λέει επίσης πως κάποιοι από αυτούς θα έρθουν στην γη για να βρουν την πιο σκοτεινή ψυχή που έχει υπάρξει και να τους βοηθήσει να νικήσουν τον πόλεμο, που θα μετατρέψει τον Παράδεισο σε μία ακόμη κόλαση για τις ανθρώπινες ψυχές.


Από τις αγαπημένες μου ταινίες τρόμου των 90's και σίγουρα η πιο υποτιμημένη της δεκαετίας, αυτή η δημιουργία είναι βασισμένη σε μια πραγματικά πρωτότυπη ιδέα που κάποιους θα τους ενθουσιάσει και κάποιους άλλους θα τους ξενίσει. Πρόκειται για θρησκευτικό θρίλερ που δεν βαδίζει στα χνάρια παλιότερων επιτυχιών, όπως του ''Εξορκιστή'' ή του ''the Omen'', στον τομέα της φρίκης και του τρόμου, αλλά βασίζεται περισσότερο στις ερμηνείες, στον περιπετειώδη ρυθμό και στην υπνωτική ατμόσφαιρα. Εξαιρετικές όλες οι ερμηνείες με κορυφαία βέβαια αυτή του Christopher Walken στον ρόλο του Αρχάγγελου Γαβριήλ και του Viggo Mortensen (πραγματικά αγνώριστος σε μια από τις πρώτες του εμφανίσεις) στον ρόλο του Διαβόλου.

Η μοναδική σκηνοθετική απόπειρα του σεναριογράφου Gregory Widen (μαζί με ένα επεισόδιο του ''Tales from the crypt'') ο οποίος στο παρελθόν είχε γράψει το σενάριο για το, κλασσικό πλέον, ''Highlander'' του Russel Mulcahy. Tότε είχε δώσει στο κοινό του φανταστικού τους Αθάνατους και τώρα ήρθε η ώρα των Αγγέλων.
Ακολουθήθηκε από τέσσερα sequels και ένα μικρού μήκους fan film που συνδύαζε τον κόσμο του ''Prophecy'' με αυτόν του ''Hellraiser'' (Hellraiser: Prophecy/ directed by Jonathan S. Kui, 2006).

Bαθμολογία: 7/10

Χάρτινος Εφιάλτης / Paperhouse (1988)

Σκηνοθεσία: Bernard Rose
Πρωταγωνιστούν: Charlotte Burke, Glenne Headly, Elliot Spiers, Ben Cross

Συντάκτης: Thodoris KL



Η Άννα, ένα κορίτσι με ψυχολογικά προβλήματα, μη μπορώντας να αντέξει την μοναξιά σε αυτό τον κόσμο, θα βρει καταφύγιο σε ένα παράλληλο σύμπαν. Ένα σύμπαν που έχει δημιουργήσει η ίδια με τις ζωγραφιές της και μπορεί να ζει εκεί μόνο στα όνειρά της.
Με τον καιρό όμως θα δει πως πολλά πράγματα του φανταστικού κόσμου συνδέονται με τον κανονικό και τα όνειρα της θα μετατραπούν σε εφιάλτες.


Μία από τις αγαπημένες μου ταινίες τρόμου της δεκαετίας του '90 ήταν το κλασσικό πλέον ''Candyman''. Βασισμένος στην σύντομη ιστορία από τα βιβλία του αίματος, ''the forbidden'', γραμμένη από τον Clive Barker, o σκηνοθέτης Bernard Rose επέδειξε σκηνοθετική μαεστρία και έκανε μια ταινία ατόφιου τρόμου, που πολλοί την θεωρούν ισάξια του ''Hellraiser''. Το έκανε λοιπόν τόσο καλά που πάντα απορούσα γιατί ποτέ δεν ασχολήθηκε παραπάνω με το είδος του τρόμου, πέρα από το Snuff-Movie του 2005, που χωρίς να το έχω δει, δεν έχω ακούσει και τα καλύτερα. Ψάχνοντας λοιπόν την φιλμογραφία του, ανακάλυψα αυτή την ταινία του 88. Όχι τόσο γνωστή όσο το ''Candyman'', αλλά με ενδιαφέρουσα ιστορία (η βρετανική απάντηση στο ''Nightmare on the elm street'' όπως ακούγεται από πολλούς), μου κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον και έσπευσα να την δω.Οι τελικές εντυπώσεις μόνο θετικές θα μπορούσαν να είναι.

Βασισμένος σε ένα παιδικό βιβλίο, γραμμένο από την Catherine Storr με τίτλο ''Marianne Dreams'', o Rose πλάθει ένα τρομαχτικό παραμύθι, γεμάτο αγωνία, ψυχολογικό τρόμο και πολλούς συμβολισμούς. Περισσότερο dark fantasy και λιγότερο τρόμου, χωρίς gore και βίαιες σκηνές όπως είχε το Candyman, αλλά με την ίδια μαγική ατμόσφαιρα, το ''Paperhouse'' είναι για μένα ένα από τα πιο εμπνευσμένα έργα του φανταστικού της δεκαετίας του 80. Οι φανς του Candyman και του Bernard Rose που τυχαίνει να αγνοούν την ύπαρξη της ταινίας, ας μην χάνουν χρόνο λοιπόν.

Το βιβλίο Marianne Dreams έχει γνωρίσει και μια πιο πιστή απόδοση με την παιδική σειρά ''Εscape Into Night'' (1972) του βρετανικού ITV, καθώς επίσης και μια διασκευή της για την όπερα γραμμένη από την ίδια την Storr. Ο σκηνοθέτης Bernard Rose μετά το Candyman δεν επέστρεψε ξανά στο είδος του τρόμου, με μοναδική εξαίρεση όπως προείπα το ''Snuff'' του 2005, αλλά έχει να παρουσιάσει αρκετές ενδιαφέρουσες δουλειές όπως το ''Immortal Beloved'' (1994) βασισμένο στην ζωή του Ludwig Van Beethoven και μια διασκευή στην ''Anna Karenina'' του Τολστόι.

Βαθμολογία: 8/10

Ο Νεκρός της Διπλανής Πόρτας / The Dead Next Door (1989)

Σκηνοθεσία: J.R. Bookwalter
Πρωταγωνιστούν: Pete Ferry, Bogdan Pecic, Michael Grossi

Συντάκτης: Thodoris KL

 Οι ζωντανοί νεκροί αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται και να προκαλούν τρόμο στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.Η κυβέρνηση για να τους αντιμετωπίσει ιδρύει ένα ειδικό σώμα του στρατού με το όνομα ''Zombie Squad'' , με στόχο να ανακαλύψουν τους λόγους που μετέτρεψαν τους νεκρούς σε σαρκοφάγα ζόμπι και να εξοντώσουν όσα βρεθούν στον δρόμο τους.Μια τοπική θρησκευτική αίρεση, όμως, προσπαθεί να τους χαλάσει τα σχέδια.

Φανερά επηρεασμένη από το ''Day of the dead'', κι όχι από το συνηθισμένο πια σε ταινίες του είδους ''Dawn'', με homemade αισθητική, γυρισμένη σε super 8mm εξοπλισμό, η ταινία είναι το σκηνοθετικό ντεμπούτο του ,γνωστού b-movα και φαν των ζόμπις, J.R. Bookwalter, εδώ
με την βοήθεια του Sam Raimi που συμμετέχει στην παραγωγή ως ''the Master Cylinder''. Δεν θέλω να σχολιάσω την καλλιτεχνική αξία της ταινίας, γιατί ο ερασιτεχνισμός νομίζω βγάζει μάτι, παρόλα αυτά το μεράκι και ο ενθουσιασμός των συντελεστών, κάνανε μια φθηνή αντιγραφή των ταινιών του Ρομέρο να βλέπεται ευχάριστα.Η προσπάθεια του Bookwalter να γυρίσει ένα ζομποέπος με μηδενικό προυπολογισμό (μέρος του οποίου πρόσφερε ο Sam Raimi από την πληρωμή του από το Dead by Dawn) και με ερασιτέχνες ηθοποιούς, είναι τουλάχιστον αξιέπαινη. Το έντονο gore μας αποζημιώνει για τις όποιες (και είναι πολλές ομολογουμένως) κακοτοπιές σε σενάριο και ερμηνείες, ενώ αυτό το ''μπιμούβικο'' στυλ προσδίδει και μία πρόσθετη αληθοφάνεια. Η πολύ καλή μουσική είναι σύνθεση του ίδιου του σκηνοθέτη και ο Bruce Campell κάνει ένα uncredited voice appearence σε δύο χαρακτήρες της ταινίας, τον Raimi και τον Cmr Carpenter (ναι, όλοι οι χαρακτήρες έχουν ονόματα παρμένα από κάποιον μεγάλο σκηνοθέτη τρόμου).

H διαφορά της με παρόμοιες παραγωγές είναι πως φτιάχτηκε με αγάπη από άτομα που λατρεύουν τον κινηματογραφικό τρόμο κι όχι για τα λεφτά (όλοι δούλεψαν δωρεάν για την ταινία), όπως γινόταν συχνά με διάφορους σκηνοθέτες εκείνη την εποχή, που το ρίξανε στις ταινίες τρόμου κυνηγώντας το εύκολο κέρδος.Σίγουρα δεν είναι NOTLD ή DOTD αλλά για μένα παραμένει ένα ενδιαφέρον, ερασιτεχνικό, παρεΐστικο εργάκι, φτιαγμένο από αληθινούς horror φανς, που απευθύνονται σε όμοιους τους. Από οπαδούς, για οπαδούς !


Βαθμολογία: 6/10 (με την προυπόθεση πως είσαι horror φαν, αλλιώς μακριά...)