Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δράμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δράμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Ο Αστραπόγιαννος (1970)

Σκηνοθεσία: Νίκος Τζίμας
Πρωταγωνιστούν: Νίκος Κούρκουλος, Νίκη Τριανταφυλλίδη

Συντάκτης: Καλόγερος

Η μούρη τού Κούρκουλου, γενικά, δεν μου είναι και πολύ αρεστή. Δεν έχω δει άλλες ταινίες του, μόνο αποσπάσματα και υποθέσεις, αλλά είμαι σίγουρος πως παίζει παντού ρόλους του ίδιου στυλ, μακάρι να είχα δει κι άλλες ταινίες να υποστηρίξω τη δήλωσή μου, όμως αυτό δεν νομίζω να συμβεί ποτέ, αφού δεν θα βάλω εύκολα να δω ταινία που πρωταγωνιστεί. Παρόλα αυτά, αυτό δεν είναι το πρόβλημά μου με τον Αστραπόγιαννο... Η ταινία βασίζεται σε πραγματικό πρόσωπο, τον Γιάννο "Αστραπόγιαννο", αλλά απλώς βασίζεται, δεν είναι η πραγματική ιστορία του Αστραπόγιαννου, την οποία κάποιος μπορεί να ψάξει και να διαβάσει εάν ενδιαφέρεται.

Στην ταινία ο Αστραπόγιαννος, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, επιστρέφει στο χωριό του για να ξεκινήσει μία νέα ζωή, αλλά αντιλαμβάνεται πως η ζωή των συγχωριανών του δεν έχει αλλάξει, αφού ένας τσιφλικάς τους έχει πάρει τη γη, τους βάζει να δουλεύουν και τα λεφτά που τους δίνει δεν φτάνουν για να ζήσουν αξιοπρεπώς. Συνεπώς, αρχίζει μία σύγκρουση μεταξύ του τσιφλικά και του Αστραπόγιαννου, με τον τελευταίο να επιστρέφει στα βουνά με σκοπό να αποδώσει δικαιοσύνη.

Σέβομαι το ότι η κεντρική ιδέα είναι να δοθεί μία εικόνα της πραγματικότητας εκείνης της εποχής, όπου οι άνθρωποι υπέφεραν από μεγαλογαιοκτήμονες (τσιφλικάδες), που τους είχαν πάρει τη γη και τους εκμεταλλεύονταν αφήνοντάς τους να ζουν στην εξαθλίωση. Η υπόθεση είναι παρόμοια με πολλά γουέστερν, γι' αυτό και συμπεριλαμβάνω την ταινία στα "φασολάδα γουέστερν" (χωρίς, εννοείται, να το λέω υποτιμητικά).

Ο "Αστραπόγιαννος", όμως, έχει αφενός τον Νίκο Κούρκουλο, ο οποίος δεν είναι ιδιαίτερα πειστικός στον ρόλο του και αφετέρου οι σκηνές που υποτίθεται πως έχουν ένταση σε κάνουν απλώς να χασμουριέσαι, επειδή δεν βρίσκεται ακριβώς κάποιο νόημα σε όσα γίνονται. Η ταινία, επίσης, έχει έντονο και το ρομαντικό στοιχείο, το οποίο εμένα προσωπικά με απωθεί και το χειρότερο είναι πως καθορίζει πολλά πράγματα στην εξέλιξη της υπόθεσης, τα οποία δείχνουν παράλογα, όπως και πολλές φορές, γενικά, φαίνεται να μην υπάρχει μία λογική συνέχεια στα συμβάντα. Πρόσωπα μπαίνουν από το πουθενά και αποφασίζουν τι θα γίνει στη συνέχεια, γι' αυτό και δεν είναι πειστικά όσα γίνονται.

Εν κατακλείδι, η ταινία βλέπεται, δεν είναι για πέταμα, μόνο αν την αγοράζατε θα ήταν πεταμένα λεφτά. Αν ήταν κάποιος καλός στη θέση τού Κούρκουλου, τότε θα ήταν κάπως ανώτερη.

Βαθμολογία: 6/10

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Το Πέταγμα του Κύκνου / The Flight of the Swan (2011)

Σκηνοθεσία: Nίκος Τζίμας
Πρωταγωνιστούν: James D'Arcy, Alicia Witt, Colm Meaney

Συντάκτης: Thodoris KL

Σαν φοιτητής στο Πολυτεχνείο, ο Αλέξης είναι επαναστάτης, παθιασμένος με τη ζωή, τη φύση, τον έρωτα. Στην πορεία της ζωής του όμως, καταλήγει να γίνει ένα ακόμη «golden boy» μιας πολυεθνικής εταιρίας, ένα γρανάζι στο μηχανισμό που πολεμούσε στο παρελθόν. Έτσι, παρασυρμένος από την επιτυχία, αφήνει πίσω του αξίες, φίλους και την ίδια του την οικογένεια. Η ζωή του παίρνει τραγική τροπή όταν η απληστία μιας κοινοπραξίας πολυεθνικών, ανάμεσά τους και η εταιρεία που διευθύνει ο ίδιος, είναι η αιτία για μια μεγάλη οικολογική καταστροφή, με πολλά ανθρώπινα θύματα που τον ξυπνάνε από τη μεγάλη αυταπάτη. Συνταράσσεται, αντιδρά, και πολύ γρήγορα έρχεται αντιμέτωπος με τα μεγάλα συμφέροντα. Θέλει να ξαναβρεί όλα όσα έχασε, τη ζωή του...
Κι ενώ τριγύρω του εξελίσσεται ένα θρίλερ για την απόδοση ευθυνών, ο Αλέξης νοιώθει παγιδευμένος και σύντομα οδηγείται σε μια αδυσώπητη σύγκρουση.
Μέσα από μια κόλαση πειρασμών και καταπάτησης αξιών θα βρεθεί και πάλι στο πλευρό της ηθικής απ’ όπου θα αρχίσει την ζωή του με μηδενισμένο το κοντέρ. Η υπόθεση της ταινίας είναι αποκαλυπτική για το σήμερα και τη βάρβαρη πραγματικότητα που διαμορφώνουν οι πολυεθνικές.

Δεν ξέρω τι λέτε εσείς, εμένα πάντως μου άρεσε η τελευταία ταινία του Νίκου Τζίμα. Δεν διαφωνώ βέβαια με τις κακές κριτικές. Ναι η σκηνοθεσία της ταινίας ήταν μέτρια, ειδικά για έναν άνθρωπο όπως ο Νίκος Τζίμας που πάντα ήταν πολυ επιλεκτικός στις δημιουργίες του (είχε να γυρίσει ταινία από το 1984 και τα «Χρόνια της Θύελλας» ). Ναι το σενάριο ήταν απλοϊκό, γραφικό αν θέλετε, τίγκα στα κλισέ, με διάλογους που θύμιζαν Φώσκολο. Τα ειδικά εφφέ κάκιστα ακόμα και για ταινία του '80, το ντουμπλάρισμα αχρείαστο και αστείο και οι ερμηνείες, αν εξαιρέσουμε τον πρωταγωνιστή που προσπαθεί όσο μπορεί και κάνα δυο τρεις ακόμη, κάτω του μετρίου. Το Ελληνικό στοιχείο υπάρχει έντονο στην ταινία και αυτό για εμένα είναι θετικό, δεδομένου ότι πρόκειται για διεθνή παραγωγή, αλλά σε μερικά σημεία μάλλον το παρακάνει λίγο και καταντάει σαν διαφήμιση για τουριστικό γραφείο. Ουζάκια, συρτάκια, βόλτες στην Ακρόπολη, σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία και δυο μεθύστακες που ρίχνουν ζεϊμπεκιές νυχτιάτικα γύρω από μια φωτιά στην παραλία. Το κερασάκι στην τούρτα όμως είναι η επέλαση γνωστών Ελλήνων ηθοποιών, όλοι σε δευτεροτρίτους ρόλους με άσχημο ντουμπλάρισμα στα Αγγλικά, μάλλον για λόγους διαφήμισης και στη χώρα μας. Ένας από αυτούς είναι και ο Θανάσης Βέγγος, στην τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση. Φήμες λένε πως δούλεψε αφιλοκερδώς για την ταινία, αλλά δυστυχώς η εμφάνισή του διαρκεί μονάχα μερικά λεπτά και ανοίγει το στόμα του μόνο για να γελάσει με τον τόσο χαρακτηριστικό τρόπο του (ή μάλλον ευτυχώς, όσο σκέφτομαι πως μπορεί να τον ντουμπλάρανε κι αυτόν με καμιά περίεργη Αγγλική φωνή λέω καλύτερα έτσι). Παρεμπιπτοντως, αυτό με το κακό Αγγλικό ντουμπλάρισμα το είχε και στον «Άνθρωπο με το Γαρύφαλλο» πριν από 30 χρόνια.

Όλα τα παραπάνω που γράφτηκαν κατά καιρούς για το «Πέταγμα του Κύκνου» ισχύουν, δεν αντιλέγω. Οπότε πολύ εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος: Tι ήταν αυτό που σου άρεσε στην ταινια ; Καταρχας να ξεκαθαρίσω πως δεν θεωρώ απαραίτητα κακό για μία ταινία τις κακές ερμηνείες, το τραβηγμένο σενάριο, τους πομπώδεις διαλόγους κτλ. Για την ακρίβεια οι αγαπημένες μου ταινίες τα έχουν όλα αυτά. Αυτού του είδους τις ταινίες, με τα λάθη τους, τις ατέλειες τους και τα σχετικά τις βρίσκω καλύτερες και πιο διασκεδαστικές από αποστειρωμένες κουλτούρες και αψεγάδιαστα blockbusters του Hollywood. H ταινία του Νίκου Τζίμα σε πολλά σημεία προκαλεί άφθονο γέλιο και το γεγονός πως αυτό δεν ήταν στις προθέσεις του σκηνοθέτη την κάνει ακόμα πιο cult. Γιατί σκηνοθετικά τουλάχιστον περί αυτού πρόκειται, για ένα b-movie πολυτελείας, άσχετα αν πήγαν κάποιοι να μας την πλασσάρουν σαν διεθνή υπερπαραγωγή με διάσημους ηθοποιούς του εξωτερικού κτλ. Και επαναλαμβάνω πως ό,τι λέω δεν το λέω για κακό. Βέβαια είναι στη μέση και το σχετικά μεγάλο μπάτζετ. Αν μιλάγαμε για μια ταινία χαμηλού προϋπολογισμού με φοιτητές υποκριτικής για ηθοποιούς, όλα αυτά θα φαινόντουσαν αμελητέα. Αλλά τώρα τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Παρόλα αυτά θεωρώ πως προσφέρει άφθονη τίμια και αγνή ψυχαγωγία στις σχεδόν δύο ώρες που διαρκεί. Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αυτό είναι κάτι το κατακριτέο, ούτε γιατί βάση αυτού χαντακώθηκε από σημαντική μερίδα του κοινού και των κριτικών. Μάλλον όλοι αυτοί προτιμούν τις ταινίες των υπόλοιπων σκηνοθετών της γενιάς του κ.Τζίμα, που στα πρώτα 5' της προβολής σε έπαιρνε κι ο ύπνος...

Κάπου εδώ όμως τα αστεία τελειώνουν. Γιατί πέρα από τον χαβαλέ, την δράση και τις όποιες τεχνικές ατέλειες της ταινίας υπάρχει και το σοβαρό θέμα που πραγματεύεται (έστω και με γραφικό τρόπο) και σε αυτό πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας. Χωρίς ίχνος κρυμμένων συμβολισμών, αλλά με κυνισμό ο σκηνοθέτης κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και περνάει το αντικαπιταλιστικό του μήνυμα. Σου λέει ποιοί είναι αυτοί που ελέγχουν τον κόσμο σήμερα, αυτοί που κινούν τα νήματα, καταστρέφουν την φύση και πλουτίζουν εις βάρος των λαών. Μιλάει για αξίες και ιδανικά που έχουν χαθεί στην σημερινή εφιαλτική κοινωνική πραγματικότητα. Πολυεθνικές εταιρείες, τράπεζες, κυβερνώντες και τα τσιράκια τους μυστικές υπηρεσίες, δικαστικοί, μέσα μαζικής ενημέρωσης, ένα σύμπλεγμα που μπροστά στο προσωπικό κέρδος δεν διστάζει πουθενά και αν θες να γίνεις μέρος του πρέπει να θυσιάσεις στον βωμό της καταξίωσης και του χρήματος την ίδια σου την ψυχή. Και μέσα σε όλα αυτά φροντίζουν να διατηρούν στον άνθρωπο την ψευδαίσθηση πως με ατομικό τρόπο και τους απαραίτητους συμβιβασμούς μπορεί πραγματικά να ευτυχήσει, κάτι που η ταινία διαψεύδει.

Όλα αυτά λοιπόν και πολλά ακόμη πραγματεύεται το «Πέταγμα του Κύκνου». Θέματα σοβαρότατα που θα έπρεπε να απασχολούν τον καθένα από εμάς, αλλά ο σημερινός τρόπος ζωής δεν μας επιτρέπει να δούμε. Χαίρομαι πραγματικά που ένας Έλληνας σκηνοθέτης αποφάσισε μέσα από την ταινία του να αναλύσει τον τρόπο που δουλεύει το σύστημα, σε μια εποχή που ο εμπορικός κινηματογράφος προσπαθεί να καλύψει την έλλειψη περιεχομένου με το εντυπωσιακό της μορφής. Και πριν πείτε πως όλα αυτά κάπου τα έχουμε ξαναδεί, να σας θυμίσω πως οι περισσότερες ταινίες που μιλάνε για «αφύπνιση» και κάνουν επιτυχία σήμερα έχουν να κάνουν με μασόνους, illuminati, σκοτεινές δυνάμεις και λοιπές συνομωσιολογίες. Η Νέα Τάξη Πραγμάτων για τον Νίκο Τζίμα (αν και δεν είναι τόσο νέα, απλά τόσα χρόνια κάναμε πως δεν την βλέπαμε) δεν είναι ένας δαίμονας που ήρθε από το υπερπέραν αλλά κάτι 100% υπαρκτό. Ο καπιταλισμός και το κεφάλαιο στην σημερινή υπερεθνική ιμπεριαλιστική τους μορφή. Καμία αλήθεια που μας κρύβουν λοιπόν, μόνο αλήθεια που δεν την ψάχνουμε γιατί έχουμε αλλοτριωθεί. Yπήρξαν βέβαια στο παρελθόν και κάποιες εξαιρέσεις ταινιών που κάνανε κριτική στον καπιταλισμό, αλλά έμεναν απλά στην κριτική, όλες είχαν το ίδιο απαισιόδοξο μήνυμα στο φινάλε. Σαν να σου λένε πως ισχύουν όλα αυτά, αλλά έτσι είναι ο κόσμος και εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να τον αλλάξεις. Ό,τι πιο βολικό για το σύστημα με δυο λόγια. Εδώ όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Παρά την τραγική κατάληξη του πρωταγωνιστή, ο σκηνοθέτης είναι συγκρατημένα αισιόδοξος και προτάσει μια ηθική αντίσταση στα σημεία των καιρών. Δεν μιλάει για κάποια δυστοπία στο μακρυνό μέλλον, που όταν κάποια στιγμή θα έρθει τότε θα αποφασίσουμε να αντισταθούμε. Σου λέει πως τα πράγματα σήμερα θυμίζουν Οργουελικό εφιάλτη και θέλει κότσια για να διατηρήσεις τις αξίες σου, παρόλα αυτά αν θέλουμε όλοι μαζί μπορούμε να ανατρέψουμε όλο αυτό το σύστημα που ζει εις βάρος μας. Πρώτο μέλημα μας όμως πρέπει να είναι η αφύπνιση και η προσωπική επανάσταση. Να πιστέψουμε στην δύναμη που έχουμε σαν άνθρωποι και να ξαναβρούμε τον πραγματικό μας εαυτό μέσα στην φύση. 

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα οικολογικό θρίλερ και ταυτόχρονα για ένα ανθρώπινο δράμα, που έχει τις ατέλειες του, αλλά θα ήταν μεμψιμοιρία να σταθούμε σε αυτές και να μην δούμε την ουσία των πραγμάτων. Σύμφωνα με δηλώσεις του ο Νίκος Τζίμας, είχε την συγκεκριμένη ιδέα από την δεκαετία του '80, αλλά δεν τόλμησε να την γυρίσει γιατί δεν ήθελε να πάρει λεφτά από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, από το υπουργείο Πολιτισμού, την ΕΡΤ ή κάποιον μεγαλοπαράγοντα. Προτίμησε να την γυρίσει όταν ήρθε η ώρα της, ανεξάρτητα, χωρίς τα λεφτά του Ελληνικού λαού και χωρίς τις παρεμβάσεις που μπορεί να έκαναν στο σενάριο οι παραπάνω φορείς. Ίσως βέβαια να είχε άλλη καλλιτεχνική αξία αν την γύριζε τότε που ήταν και στην ακμή του σαν σκηνοθέτης. Αλλά από την άλλη, μάλλον τώρα ήταν η κατάλληλη εποχή γιατί το έργο του, αν και με διαχρονικό μήνυμα, σήμερα φαντάζει πιο επίκαιρο από ποτέ. Για αυτό και μόνο τον λόγο για εμένα του αξίζουν συγχαρητήρια!

Βαθμολογία: 7/10

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Η Αιχμάλωτος της Ερήμου / The Searchers (1956)

Σκηνοθεσία: John Ford
Πρωταγωνιστούν: John Wayne, Jeffrey Hunter, Vera Miles, Ward Bond

Συντάκτης: Καλόγερος

Για τον John Wayne συνήθως δεν χρειάζονται συστάσεις μιας και είναι θρύλος στο είδος των γουέστερν και όποιος ξέρει από γουέστερν ξέρει και από John Wayne, αφού άλλωστε η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών του είναι γουέστερν και έχει κάνει πολλές ταινίες. Εγώ δεν τον έχω σαν θεό του κινηματογράφου, όπως πολλοί, και μάλιστα δεν τον θεωρώ καν από τους καλύτερος, αλλά λίγες είναι οι ταινίες που έχω δει με αυτόν. Η αλήθεια είναι πως έχει ένα στυλ, σου δίνει την εντύπωση μιας ηγετικής μορφής, ένας γενναίος άντρας, δυνατός, ατρόμητος... σκληρό καρύδι, που λέμε. Όλα του τα γουέστερν, όμως, είναι αμερικάνικα και εγώ τα αμερικάνικα δεν τα πολυ-συμπαθώ. Αλλά "Η Αιχμάλωτος της Ερήμου" ήταν μία ευχάριστη έκπληξη.

Ο John Wayne υποδύεται έναν σκληροτράχηλο βετεράνο τού Εμφυλίου πολέμου, ο οποίος ψάχνει να βρει τις ανιψιές του που απήχθησαν από Ινδιάνους. Μιας και μιλήσαμε για Ινδιάνους, ο ρόλος των Ινδιάνων στα αμερικάνικα γουέστερν είναι ένας από τους λόγους που με κάνει να μη τα βλέπω με καλό μάτι, αφού πάντα τους παρουσιάζουν ως κακούς και τους βάζουν να επιτίθενται χωρίς προφανή λόγο σε όποιον βρουν μπροστά τους. Και, βεβαίως, μπροστά τους πάντα τυγχάνει να βρίσκονται καλοπροαίρετοι Αμερικάνοι πολίτες. Γενικά, θα συναντήσει κανείς αρκετά προπαγανδιστικά μηνύματα σε τέτοια γουέστερν. Τέλος πάντων.

Ο ρόλος τού Ethan Edwards είναι κομμένος και ραμμένος στα (σχεδόν) 2 μέτρα τού John Wayne, με την παρουσία τού "πιτσιρικά" Jeffrey Hunter να κάνει την όλη ατμόσφαιρα της ταινίας πιο ευχάριστη και απολαυστική. Σε αυτό συμβάλει και η κωμικο-δραματική σχέση του με την Vera Miles. Δεν είναι ένα απλό γουέστερν, αλλά μία περιπέτεια με σκοπό τη διάσωση δυο κοριτσιών που όσο προχωράει αποκτά περισσότερη αγωνία και ενδιαφέρον. Δεν είναι κανένα αριστούργημα (ούτε καν πλησιάζει), αλλά ανώτερο από άλλα γουέστερν, χωρίς να ευθύνεται γι αυτό η παρουσία τού John Wayne, ο οποίος δεν έχει και πολλές επιλογές όταν είναι να υποδυθεί κάποιον κινηματογραφικό χαρακτήρα, αφού δεν ξέρει να κάνει κάτι άλλο. Συγχαρητήρια πρέπει να δοθούν κυρίως στον σκηνοθέτη και στον συγγραφέα του βιβλίου, το οποίο ενέπνευσε την ταινία. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, όλοι καλή δουλειά έκαναν.

Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Υπόθεση Καρλίτο / Carlito's Way (1993)

Σκηνοθεσία: Brian De Palma
Πρωταγωνιστούν: Al Pacino , Sean Penn , Penelope Ann Miller

Συντάκτης: Aldark

10 ακριβώς χρόνια μετά το Scarface (στα ελληνικά "Ο Σημαδεμένος") , ο Brian De Palma και ο Al Pacino συνεργάστηκαν και πάλι για την εν λόγω ταινία! Όπως για πολλούς το Casino(1995) θεωρείται κάτα κάποιο τρόπο το σήκουελ του Goodfellas(1990) (και οι δύο ταινίες , είναι του Martin Scorsese με τον Robert De Niro και τον Joe Pesci) , έτσι και το Carlito's Way θεωρείται κάτα κάποιο τρόπο μία συνέχεια του έπους...Scarface.

Και πράγματι οι δύο ταινίες μοιάζουν. Πρωτ'απ'όλα στον πρωταγωνιστή. Ήρωας της ταινίας ο Carlito Brigante (Al Pacino) , ένας Πορτορικανός πρώην έμπορος ναρκοτικών , ο οποίος μόλις αποφυλακίστηκε. Σκοπός του Carlito να διαγράψει οριστικά τον...πρώτερο βίο του και να ξεκινήσει μια νέα ήρεμη ζωή μακρυά από τη Νέα Υόρκη. Ο δρόμος αυτός όμως δε θα είναι εύκολος για τον θρύλο του εγκλήματος. Παρόλες τις προσπάθειες του να καθαρίσει οριστικά το κούτελό του , οι μπελάδες με το νόμο και οι παλιές γνωριμίες θα τον ακολουθούν συνεχώς. Στα εμπόδια αυτά θα προστεθούν και οι αφελείς χειρισμοί του καλύτερου του φίλου και δικηγόρου του , David Kleinfeld , οι οποίοι θα φέρουν τον Carlito αντιμέτωπο με καταστάσεις που θα προτιμούσε να αποφύγει. Ταυτόχρονα , το παλιό του ερωτικό ενδιαφέρον για μία χορεύτρια θα αναζοπυρωθεί για τα καλά , περιπλέκοντας ακόμα περισσότερο τα πράγματα για τον πρώην κατάδικο.

Η ταινία πραγματικά τα έχει όλα και στέκεται επάξια δίπλα στις προηγούμενες δουλειές του De Palma αλλά και του αριστουργηματικού για ακόμα μία φορά Al Pacino. Από την πρώτη σκηνή της ταινίας καταλαβαίνεις τι θα επακολουθήσει , όταν ο "Carlito" βγάζει έναν μαγευτικό λόγο στην προσπαθειά του να πείσει το δικαστήριο ότι έχει αλλάξει. Προφανώς το παρελθόν του κύριου  Brigante ήταν κάτι σαν τη ζωή του Tony Montana και αφού κατάφερε να τη βγάλει τόσο καθαρά με μία ολιγοετή φυλάκιση , θέλει να κάνει μία νέα αρχή.

Έτσι στην ταινία θα δούμε τον παλιό Carlito και τον νέο να συγκρούονται. Παλιούς φίλους και εχθρούς να εμφανίζονται προσπαθώντας να τον επαναφέρουν στα σκοτεινά μονοπάτια που ακολουθούσε. Η αμφιταλαντευσή του ανάμεσα στον ίσιο και το...στραβό δρόμο είναι ανεπανάληπτη εν τέλει. Την ίδια στιγμή θα δούμε τον Carlito σε διάφορες στιγμές της ζωής του και στους ρόλους του φίλου ή του εραστή. Τα λάθη που έκανε ήταν πολλά και ο χρόνος για να τα διορθώσει μάλλον υπερβολικά λίγος , ειδικά όταν θεωρείται ένας τόσο επικίνδυνος άνδρας.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει φυσικά και στον συμπρωταγωνιστή της ταινίας , τον έξοχο στο ρόλο του Εβραίου δικηγόρου Kleinfeld , Sean Penn. Έναν άνθρωπο χειραφετημένο που όμως ίσως να ζηλεύει και λίγο τη ζωή του κολλητού και πελάτη του. Η Penelope Ann Miller παίζει έξοχα δίπλα στον Al Pacino επίσης , ενώ και το υπόλοιπο cast (John Leguizamo , Luis Guzman , Viggo Mortensen , Ingrid Rogers) στέκεται επάξια δίπλα του.

Ένα κλασικό γκανγκστερικό πλέον φιλμ το οποίο τα έχει και τα προσφέρει όλα. Αγάπη , Προδοσία , Πίστη , Έγκλημα , Τιμωρία , Δράμα , Κομωδία και φυσικά -όπως και ο πρωταγωνιστής- μεγάλα κότσια.

Βαθμολογία: 9/10

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Ο Δολοφόνος με το Τρυπάνι / The Driller Killer (1979)

Σκηνοθεσία: Abel Ferrara
Πρωταγωνιστούν: Abel Ferrara, Carolyn Marz, Baybi Day

Συντάκτης: Thodoris KL 

Γνωστή στα ελληνικά και ως «Ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Τρυπάνι» και
«Στην Φωλιά του Σχιζοφρενή»

Eν αναμονή της τελευταίας ταινίας του Abel Ferrara με τίτλο «Pasolini» που ερευνά τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατό του διάσημου Ιταλού σκηνοθέτη, ας θυμηθούμε κι αυτό το ταινιάκι που τον έβαλε για τα καλά στον κινηματογραφικό χάρτη πριν από 35 χρόνια.

Η υπόθεση έχει ως εξής: Καλλιτέχνης του περιθωρίου που ζει σε κακόφημη συνοικία της Νέας Υόρκης με την γκόμενα του και την γκόμενα της γκόμενας του (!) οδηγείται σταδιακά στην παράνοια ώσπου στο τέλος ξεχύνεται στους δρόμους σκοτώνωντας όποιον βρει μπροστά του με ένα ηλεκτρικό τρυπάνι. Aιτία για όλα αυτά, η κακή οικονομική του κατάσταση, το ταλέντο του που δεν αναγνωρίζεται από κανέναν και το punk συγκρότημα του Tony Coca Cola και των Roosters (πραγματική μπάντα) που εγκαθίσταται στην πολυκατοικία του και προβάρει σε ώρες κοινής ησυχίας και μη.

To «Driller Killer» είναι μία χαμηλού προϋπολογισμού, ανεξάρτητη ταινία με ένα cast άγνωστων ηθοποιών, σε παραγωγή της εταιρίας του Ferrara, Navaron Films. Eίναι η πρώτη απόπειρα του σκηνοθέτη για μεγάλου μήκους ταινία, μετά από μια σειρά shorts και ένα ερωτικό βίντεο στο οποίο πρωταγωνιστούσε αυτός με την τότε γκόμενα του. Γυρίστηκε σε φιλμ 16 χιλιοστών, στο διαμέρισμα του Ferrara και στους γειτονικούς δρόμους και όσοι είστε εξοικοιωμένοι με το cinema που υπηρετεί, θα παρατηρήσετε πολλά από τα στοιχεία που έγιναν σήματα κατατεθέν στις μετέπειτα δημιουργίες του, όπως: σκηνοθεσία που ισορροπεί ανάμεσα σε grindhouse και arthouse καταβολές, υπόκοσμος, η Νέα Υόρκη σε σήψη, νυχτερινά πλάνα, ένα εκλεκτικό soundtrack που συνδυάζει κομμάτια της εποχής με κλασική μουσική, σκηνές ακραίας βίας και φιλοσοφικά ή θρησκευτικά θέματα που έχουν να κάνουν με την λύτρωση, την σωτηρία και την καταδίκη.

Στην εποχή της λογοκρίθηκε αυστηρά, απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες του κόσμου και στις αρχές των 80's μπήκε στην διαβόητη λίστα των video-nasties (ταινίες που τελούν υπό απαγόρευση στην Μεγάλη Βρετανία) με την δικαιολογία ότι δεν αρμόζει στα κυρίαρχα ήθη και ιδεώδη μιας κοινωνίας. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει προφανής λόγος για κάτι τέτοιο. Το «Driller Killer» είναι περισσότερο ένα ψυχολογικό δράμα με horror περιτύλιγμα και οι σπλατεράδες που ψήθηκαν από τον τίτλο, το εξώφυλλο και την κακιά φήμη που την ακολουθεί ενδέχεται να απογοητευτούν. Ο σκηνοθέτης δεν εστιάζει τόσο στην αιματοχυσία, όσο στην ατμόσφαιρα σήψης και παρακμής, όπως και στην ανάπτυξη χαρακτήρων, κάτι που δεν συναντάμε συχνά σε ταινίες του είδους από εκείνη την εποχή. Όπως και να 'χει το εν γένει μακάβριο ύφος που την διαπερνά και η σκοτεινή αισθητική την καθιστούν μια αρκετά δυσάρεστη εμπειρία για τον θεατή. Ο Ferrara, που εκτός από την σκηνοθεσία έχει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του εκκεντρικού καλλιτέχνη, εδώ υπογράφει ως Jimmy Lane, και δεν κρύβει τις επιρροές του από το cinema του Scorcese και ειδικά από το «Taxi Driver».

Συνοψίζοντας, η ταινία δεν είναι τέλεια. Έχει τις καλές και τις κακές της στιγμές. Σίγουρα δεν είναι  «Bad Lieutenant» ή «Κing of NY». Παρόλα αυτά, είναι ένα δυναμικό ντεμπούτο από έναν δημιουργό που στην διάρκεια της ανεξάρτητης καριέρας του μας έχει δώσει αρκετά διαμαντάκια. Αν γουστάρετε 70's αισθητική, video-nasties και θέλετε να πάρετε μία γεύση από αυθεντικό grindhouse cinema αυτή η ταινία είναι για εσάς. Αν όχι, τότε ίσως η πρωτότυπη για την εποχή της υπόθεση και η εξέλιξη χαρακτήρων να σας ικανοποιήσουν. Άλλωστε, όπως πολύ εύστοχα σχολίασε κάποιος, αν ο John Cassavetes αποφάσιζε να γυρίσει ένα slasher film, το αποτέλεσμα θα ήταν κάπως σαν το «Driller Killer».

Οι πιο απαιτητικοί ας περάσουν κατευθείαν στην επόμενη δημιουργία του, το «Ms.45».

Bαθμολογία: 6/10

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Υποψίες / Under Suspicion (1991)

 Πόσο κοντά μπορείς να έρθεις σε έναν δολοφόνο, χωρίς να τον πλησιάσεις πάρα πολύ;

Σκηνοθεσία: Simon Moore
Πρωταγωνιστούν: Liam Neeson, Laura San Giacomo, Κenneth Granham


Συντάκτης: Thodoris KL

Στο Brighton του 1959, ο Τόνυ Άαρον, ένας «ντροπιασμένος» πρώην αστυνομικός, επιβιώνει ως ιδιωτικός ντεντέκτιβ. Εργάζεται κυρίως σε υποθέσεις διαζυγίων, βοηθώντας τους πελάτες του να επικαλεστούν μοιχεία στο δικαστήριο. Η πελατεία του είναι αποκλειστικά γυναίκες, γιατί πίσω από κάθε υπόθεση, υπάρχει ως δόλωμα η ίδια του η σύζυγος, και οι απιστίες είναι στημένες. Όταν μια δήθεν υπόθεση ρουτίνας πάει στραβά, θα βρεθεί μπλεγμένος σε μια πολύ περίεργη υπόθεση. Με τη βοήθεια των υπόλοιπων φίλων του, προσπαθεί να καθαρίσει το όνομά του, ενώ οι έρευνες τον οδηγούν σε μία μυστηριώδη όμορφη γυναίκα, που θα τον σαγηνεύσει.

Ερωτικό θρίλερ, Αμερικανό-αγγλικής παραγωγής,  την περίοδο της έξαρσης του είδους μετά από την επιτυχία  του «Βασικού Ενστίκτου» και της «Ολέθριας Σχέσης», που όμως δεν ανήκει στον σωρό. Κι αυτό γιατί σε αντίθεση με τις αμέτρητες αντιγραφές των προαναφερθέντων ταινιών, η συγκεκριμένη δεν προσπαθεί να μας δελεάσει με έντονες ερωτικές σκηνές και χυμώδεις πρωταγωνίστριες (εντάξει, υπάρχουν κι αυτά), αλλά διαθέτει πλοκή, ατμόσφαιρα, χαρακτήρες, αξιοπρόσεχτες ερμηνείες από το πρωταγωνιστικό δίδυμο και μια δυνατή ανατροπή στο φινάλε. 

Η ταινία θυμάμαι να προβάλεται συχνά μεταμεσονύκτιες ώρες από γνωστό ιδιωτικό κανάλι όταν ήμουν μικρός και για κάποιο λόγο με είχε τραβήξει η διαφήμιση να την παρακολουθήσω, αλλά λόγω ηλικίας δεν μπορούσα να περιμένω μέχρι τόσο αργά. Ώσπου αργότερα στα πρώτα χρόνια της εφηβείας την πέτυχα σε VHS στα ράφια συνοικιακού βίντεοκλαμπ και την νοίκιασα, πιο πολύ από περιέργεια, χωρίς να περιμένω και πολλά πράγματα. Μετά έμεινε να πιάνει σκόνη κάπου μέσα στο σπίτι, μέχρι την ημέρα που ήταν να την επιστρέψω και όπως αράζαμε με έναν φίλο, την θυμήθηκα και μην έχοντας κάτι καλύτερο να κάνουμε, είπαμε να την δούμε για να περάσει η ώρα και να μην πάει τσάμπα το πεντακοσάρικο της ενοικίασης (για δραχμές μιλαω, μην τρελαίνεστε). Μιάμιση ώρα μετά και καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους, έχουμε μείνει και οι δύο μαλάκες με αυτό που παρακολουθήσαμε, με τον εαυτό μου μάλιστα να νιώθει δυο φορές μαλάκας, γιατί ενώ ήξερα, είχα αφήσει να μου ξεφύγει για χρόνια ένα τέτοιο διαμάντι !

Λοιπόν, έχω καλά νέα και κακά νέα. Ας ξεκινήσω από τα κακά: H σκηνοθεσία δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο. Βέβαια εκείνη την εποχή δεν το καταλάβαινα γιατί δεν είχα καθόλου σκηνοθετικές γνώσεις. Όχι πως τώρα έχω δηλαδή, αλλά μετά από τόσο κάψιμο μπροστά από την μεγάλη (ή/και την μικρή) οθόνη, όλο και κάτι παραπάνω (λέω πως) σκαμπάζω. Τα πλάνα της ταινίας  λοιπόν, σε άλλες σκηνές είναι εμπνευσμένα και σε άλλες θυμίζουν τηλεοπτική παραγωγή. Η φωτογραφία αδιάφορη επίσης, τα χρώματα μουντά. Το μοντάζ νομίζεις πως το έκανε κάποιος ερασιτέχνης, σε πετάει από την μία σκηνή στην άλλη πριν προλάβεις να καταλάβεις τι έχει συμβεί. Δικαιολογημένα όμως όλα αυτά καθώς ο Simon Moore δεν είναι σκηνοθέτης, αλλά σεναριογράφος περισσότερο γνωστός για το γουέστερν «The Quick and the Dead» του Sam Raimi και για την μίνι σειρά στην οποία βασίστηκε το «Traffic» του Steven Soderbergh. Αλλά, κάπου εδώ τελειώνουν τα αρνητικά στοιχεία της ταινίας.

Και τώρα τα καλά νέα, αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν ξέρω αν είναι και τόσο καλά μιας και βασίζονται καθαρά σε υποκειμενικά κριτήρια (όπως και όλες μου οι κριτικές βέβαια), παρόλα αυτά θα τα μοιραστώ μαζί σας: οι «Υποψίες» επιτυγχάνουν σε όλους τους υπόλοιπους τομείς. Μπορεί να φαίνομαι υπερβολικός, αλλά το λιγότερο που μπορώ να χαρακτηρίσω ένα τέτοιο έργο είναι αριστούργημα! Από που να ξεκινήσω ; Aπό την χημεία μεταξύ των πρωταγωνιστών ; Από τις συνεχείς ανατροπές σε σημείο να φαίνονται όλοι οι χαρακτήρες της ταινίας σαν πιθανοί ύποπτοι ; Aπό τον Liam Neeson, που το όνομα του και μόνο αποτελεί εγγύηση, αλλά εδώ στα πρώτα του βήματα λίγο πριν την «Λίστα του Σίντλερ» και το εισιτήριό του στο Hollywood, δίνει μια από τις πιο ανατριχιαστικές ερμηνείες της ζωής του ; Η από το απρόσμενο φινάλε που ανατρέπει όσα έβλεπες μέχρι εκείνη την στιγμή ; Για όλα αυτά και πολλά ακόμη, αλλά το σταματάω εδώ καθώς η παραμικρή λέξη μου μπορεί να θεωρηθεί spoil.

Θυμάμαι την εποχή που είχε κυκλοφορήσει το πρώτο «Saw», όλοι το θεωρούσαν σαν το καλύτερο θρίλερ της δεκαετίας. Εγώ πάλι το θεωρούσα το πιο υπερεκτιμημένο. Δεν λέω, καλή ταινία που άφησε εποχή και ο James Wan δυνατός σκηνοθέτης, αλλά κατά την γνώμη μου έπασχε από σενάριο. Τρύπες στην πλοκή, πομπώδεις διάλογοι, αχρείαστες υποπλοκές, γενικά ένα μπάχαλο...και μόνο που την συγκρίνουν μερικοί με το «Se7en» ή το «Silence of the Lambs» με τρελαίνει...Ας μην υπήρχε το σεναριακό εύρημα στο φινάλε και βλέπαμε αν θα είχε κάνει την επιτυχία που έκανε. Καλά, για τις ανεκδιήγητες συνέχειες του ας μην μιλήσω καλύτερα...Τέσπα, ξέφυγα πάλι...Αν αποφασίσω ποτέ να του κάνω review θα αναλύσω και τα θετικά του, που δεν ήταν και λίγα εδώ που τα λέμε.
Σε σχετική συζήτηση με έναν φίλο λοιπόν του έκανα την εξής ερώτηση «Tι το τόσο ιδιαίτερο είχε αυτή η ταινία ;»
Η απάντησή του ήταν πως «Καθ' όλη την διάρκεια, ο δολοφόνος είναι μπροστά στα μάτια σου κι εσύ δεν τον βλέπεις μέχρι να έρθει η τελευταία σκηνή».
Κι όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Στο «Saw» ο δολοφόνος δεν είναι μπροστά στα μάτια σου, αλλά μπροστά στα μάτια των πρωταγωνιστών. Αυτοί είναι που δεν τον αντιλαμβάνονται, εμείς δεν βλέπουμε τίποτα. Για την ακρίβεια θα έλεγα πως ανήκει σε αυτή την κατηγορία των whodunit ταινιών που δεν σε αφήνουν με τίποτα να μαντέψεις την ταυτότητα του δολοφόνου, όσο έξυπνος και παρατηρητικός κι αν νομίζεις πως είσαι. Κι αν ανήκεις σε αυτούς που δεν την έχουν δει ακόμα και νομίζεις πως μετά από όσα είπα σε προϊδέασα και μπορεί να πέσεις μέσα στις μαντεψιές σου, τότε είσαι γελασμένος και σε προκαλώ να το κάνεις.

Οι «Υποψίες» όμως είναι της άλλης σχολής. Σου δίνει κάποιους πιθανούς υπόπτους κι εσύ καλείσαι να βρεις τον ένοχο. Και για να μην νομίζετε πως έγραψα όλα τα παραπάνω χωρίς λόγο, η φράση «καθ' όλη την διάρκεια, ο δολοφόνος είναι μπροστά στα μάτια σου κι εσύ δεν τον βλέπεις μέχρι να έρθει η τελευταία σκηνή» στην προκειμένη περίπτωση ισχύει 100%. Όχι μόνο μπροστά στα μάτια σου, αλλά και κάτω από την μύτη σου, όλη η ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει τίποτα, σου φωνάζει μες τα μούτρα «Αυτός/ή είναι!» κι όμως εσύ επιμένεις να ψάχνεις αλλού...μέχρι να έρθει το φινάλε κι εσύ να θες να την ξαναδείς από την αρχή για να καταλάβεις που γελάστηκες.

Ίσως τα παραπάνω να θεωρηθούν spoil, αν ναι ελάτε να με μουντζώσετε. :P
Αν πάλι δεν σας βοηθήσουν στην επίλυση του μυστηρίου, τότε ενισχύονται τα λεγόμενά μου πως πρόκειται για ένα από τα καλύτερα και πιο περίτεχνα θρίλερ των '90s. Από την άλλη βέβαια ίσως να είμαι και υπερβολικός. Στην εποχή της η ταινία πάτωσε στις εισπράξεις και οι κριτικές ήταν από μέτριες έως κακές. Και μέχρι σήμερα δεν θα έλεγα πως αναγνωρίστηκε, εδώ καλά καλά δεν μπορείς να την βρεις σε dvd. Πολλοί μιλάνε για «μία από τα ίδια» και ίσως να είναι έτσι, δεν είμαι και ο πιο ψαγμένος σινεφίλ (σιχαίνομαι τον όρο), οπότε μπορεί κάτι παρόμοιο να έχουμε δει σε άπειρες ταινίες και να μην το γνωρίζω. Κι εδώ που τα λέμε τίποτα στις «Υποψίες» δεν είναι πρωτότυπο, αλλά για μένα δεν έχει και τόση σημασία τι δείχνεις, όσο ο τρόπος που το δείχνεις. Μπορεί κάποιος πιο ενημερωμένος που θα την δει σήμερα να καταλάβει αμέσως που το πάει και μετά να αναρωτιέται τι παπαριές έλεγε αυτός ο καραγκιόζης στην κριτική του. Πάσο. Εμένα πάντως μου άρεσε. Για την ακρίβεια την θεωρώ από τις πιο υποτιμημένες όλων των εποχών. Ήταν και η ηλικία μου τέτοια που δεν είχα εμπειρία σε mindfuck ταινίες με ανατρεπτικό φινάλε, αυτή ήταν η πρώτη, αν και την έχω ξαναδεί άπειρες φορές από τότε και δεν έχει αλλάξει η άποψή μου για αυτή. Eίμαι συναισθηματικά δεμένος μαζί της και δεν μπορώ να κρίνω αντικειμενικά. Οπότε δεν την προτείνω σε κανέναν. Δείτε την μόνο αν είστε στη φάση που ήμουν κι εγώ όταν την είδα. Αν δεν έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε. Το μόνο που έχω να προσθέσω πάντως είναι πως την επόμενη μέρα είδαμε το «Usual Suspects» (αντικειμενικά καλύτερη ταινία σε πολλούς τομείς), αλλά προσωπικά  δεν μου έκανε και ιδιαίτερη εντύπωση. 
Τα συμπεράσματα δικά σας. Όπως και η επιλογή.

Βαθμολογία: Xμμμ τι να πω...ας πούμε ένα 8/10, αλλά κρατιέμαι...

Υ.Γ. Liam είσαι τεράστιος αγόρι μου ! Από εκείνη την μέρα και μετά έγινες από τους αγαπημένους μου ηθοποιούς και σε παρακολουθώ παντού, ακόμα κι όταν παίζεις σε σκουπίδια ! 10/10 για την ερμηνεία σου (και τις ερμηνείες των υπολοίπων βεβαίως βεβαίως) !

Άσχημη Μέρα στον Μαύρο Βράχο / Bad Day At Black Rock (1955)

Σκηνοθεσία: John Sturges
Πρωταγωνιστούν: Spencer Tracy, Robert Ryan, Anne Francis, Dean Jagger

Συντάκτης: Thodoris KL

Βρισκόμαστε στο 1945, λίγο μετά την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια πόλη φάντασμα της άγριας δύσης με το όνομα Μαύρος Βράχος. Τα τρένα που κατευθύνονται προς το Λος Άντζελες διέρχονται χωρίς να πραγματοποιούν στάση εδώ και χρόνια. Σήμερα όμως μια αμαξοστοιχία θα σταματήσει και από αυτήν θα αποβιβαστεί ένας μυστηριώδης μονόχειρας. Οι λιγοστοί κάτοικοι της περιοχής, μην έχοντας συνηθίσει να δέχονται επισκέψεις, κοιτούν καχύποπτα τον ξένο. Αυτός φαίνεται σαν κάτι να ψάχνει κι είναι αποφασισμένος να το βρει μέσα στο επόμενο 24ωρο που θα διαρκέσει η παραμονή του στην πόλη. Πριν πέσει η νύχτα μια συμμορία αντρών που αποτελείται ως επί των πλείστων από κακοποιούς, αποφασίζει να τον βγάλει από τη μέση για να μην αποκαλυφθεί ποτέ το τρομαχτικό μυστικό που κρύβει ο Μαύρος Βράχος.

Από τις καλύτερες ταινίες του John Sturges (σκηνοθέτη του «Magnificent Seven» μεταξύ άλλων) o «Μαύρος Βράχος» είναι ένα αγωνιώδες θρίλερ, με στοιχεία γουέστερν και film-noir ή καλύτερα ένα γουέστερν όπως θα ήταν αν το είχε γυρίσει ο Alfred Hitchcock! Η υπόθεση απλή, μπαίνει κατευθείαν στο ψητό και καταφέρνει να διατηρήσει το σασπένς σε υψηλά επίπεδα μέχρι το τέλος και το λυτρωτικό του φινάλε.

Πρωταγωνιστεί ο βετεράνος ηθοποιός Spencer Tracy, πλαισιωμένος από αξιοσημείωτους συμπρωταγωνιστές, και παρόλο το πρόβλημα αλκοολισμού που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο, κατάφερε με το αψυχολόγητο ύφος του να δώσει την καλύτερη ερμηνεία της ζωής του και να κερδίσει το βραβείο κριτικών στο φεστιβάλ των Καννών. 
O σκηνοθέτης John Sturges από την άλλη απέσπασε τη μοναδική υποψηφιότητά του για όσκαρ σκηνοθεσίας και μαζί του και ο Tracy που ήταν υποψήφιος Α' ανδρικού ρόλου, αλλά τελικά χάσανε το πολυπόθητο αγαλματίδιο μέσα από τα χέρια τους, καθώς οι νικητές ήταν οι Delbert Mann και Ernest Borgnine, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής της ταινίας «Marty» αντίστοιχα. 
Η ταινία επανεκτελέστηκε το 2008 σε μια ταινία δράσης με τίτλο «H Συνωμοσία» (Conspiracy) με τον Adam Marcus στο σκηνοθετικό τιμόνι και πρωταγωνιστή τον Van Kilmer.

Κλείνοντας, να ξεκαθαρίσω πως ο «Μαύρος Βράχος» δεν είναι σε καμία περίπτωση παραδοσιακό γουέστερν. Δεν έχει ιδιαίτερα δυνατή δράση, απουσιάζουν οι μονομαχίες, τα πιστολίδια και ό,τι άλλο περίμενε να συναντήσει κανείς σε ταινία του είδους. Συν τοις άλλοις, η υπόθεση δεν εκτυλίσσεται στην Αμερική του τέλους του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα (ξέρετε Αμερικανικός Εμφύλιος, Ινδιάνοι, κυνήγι του χρυσου κτλ),όπως στα παραδοσιακά γουέστερν, αλλά στην μεταπολεμική, στα μέσα της δεκαετίας του '40. Θα έλεγα πως βασίζεται περισσότερο στο μυστήριο, την αγωνία, την ατμόσφαιρα και τις ερμηνείες οπότε οι φανς των θρίλερ και των film-noir ίσως να ικανοποιηθούν περισσότερο. Παρόλα αυτά, ανεξαρτήτως γούστων ή προτιμήσεων, θα πρότεινα να ρίξετε μια ματιά σε αυτό το μικρό αριστούργημα, γιατί σήμερα, αν και κλασικό, είναι αδίκως ξεχασμένο.

Βαθμολογία: 9/10

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Κάθαρση (2009)

Σκηνοθεσία: Φωκίων Μπόγρης
Πρωταγωνιστούν: Βαγγέλης Μουρίκης, Βαγγέλης Αλεξανδρής, Κώστας Στεφανάκης, Χρήστος Νάτσιος

Συντάκτης: Thodoris KL

Ο Έστεμπαν (Κώστας Στεφανάκης) έρχεται στην Αθήνα έχοντας χάσει τη δουλειά του ως μπάτσος. Μένει μαζί με τον ανάπηρο θείο του (Μπάμπης Κούρτης) και αναζητά εργασία. Είναι άφραγκος και απογοητευμένος. Τον πλησιάζει ο διευθυντής ασφάλειας (Χρήστος Νάτσιος) και του αναθέτει να καθαρίσει δύο απο τους πιό επικίνδυνους εγκληματίες στην πόλη: Ο Μάνθος (Βαγγέλης Μουρίκης) και ο Μπαχράμης (Βαγγέλης Αλεξανδρής) είναι αυτοί που κανείς δεν μπορεί να πιάσει επίσημα - προστασία, drugs, παράνομα sex shops, όλα παίζουν. Ο Έστεμπαν γίνεται στόχος όχι μόνο για τον υπόκοσμο αλλά και για τα «αφεντικά» του. Μια ιστορία προσωπικής εκδίκησης, μέσα στην καρδιά της πόλης, με φόντο τον κόσμο της μαφίας και την πολιτική διαφθορά.

Ο δημιουργός της πιο cult ταινίας της περασμένης δεκαετίας («η Επιστροφή των Καθαρμάτων», μια άτυπη συνέχεια των οriginal «Καθαρμάτων» του Αλέξανδρου Διαμαντή) ξαναχτυπά με μία αιματοβαμμένη φάρσα - θρίλερ η οποία αποτίει φόρο τιμής στην βιντεο-εποποιία της δεκαετίας του '70 και του '80 και προσφέρει στιγμές απενοχοποιημένης trash διασκέδασης. Τελείως ανεξάρτητη, χωρίς μεγάλους χορηγούς και χρηματοδότες από πίσω της, κατά το ρητό do-it-yourself (punk καταβολής). Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, εκτός από τους γίγαντες Κώστα Στεφανάκη και Βαγγέλη Μουρίκη, συναντάμε σε ρόλους συμβολικούς και δύο γνώριμες μορφές του ελληνικού ερωτικού σινεμά της δεκαετίας του '70 και του '80: την Τίνα Σπάθη και τον Τέλη Σταλόνε (όπως είναι το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο). Επίσης μια σύντομη εμφάνιση κάνει και ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης (Σπιρτόκουτο, Ψυχή στο Στόμα).

Την ταινία την είδα πρόσφατα σχετικά και σε γενικές γραμμές την βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα. Σύμφωνα με τα λόγια του δημιουργού είναι μια ταινία που δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά, αν και τον βρίσκω μάλλον μετριόφρων. Πρόκειται για ένα cult exploitation θρίλερ εκδίκησης που δίχασε κοινό και κριτικούς. Προσωπικά θεωρώ υπερβολικές και τις δύο πλευρές, και αυτούς που πάνε να την παρουσιάσουν σαν διαμάντι, αλλά και αυτούς που πάνε να την παρουσιάσουν σαν σκουπίδι. Ο Φωκίωνας είναι επηρεασμένος από τα αμερικανικά revenge films της δεκαετίας του '70, αλλά και από τα ιταλικά gialli, είδη που αμφότερα έχουν εξαφανιστεί από τον κινηματογραφικό χάρτη. Η εξέλιξή του λοιπόν σαν κινηματογραφιστή σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές του είναι αξιοθαύμαστη. Δείχνει πως αγαπάει αυτό που κάνει και μπράβο του. Τα πολιτικά μηνύματα καυστικά και επίκαιρα, όσο χύμα κι αν μας τα παρουσιάζει για μένα είναι πιο εύστοχα από όσα μας λένε γενιές αγγελοπουλικών χρόνια τώρα. Οι σκηνές των φόνων πολύ δυνατές (όπως πρέπει) και ευφάνταστες, με αληθοφανή ειδικά εφέ.

Παρόλα αυτά, υπάρχουν χτυπητές αδυναμίες και, πιστέψτε με, δεν το λέω κακοπροαίρετα, αλλά δεν δικαιολογούνται από τον χαμηλό προυπολογισμό. Στην τελική οι καλύτερες ταινίες για μένα είναι αυτές που οι δημιουργοί τους τις γύρισαν με ελάχιστα έως και καθόλου χρήματα και αποδείχθηκαν αριστουργήματα: «Clerks», «Psycho», «El Mariachi», «Night of the Living Dead», «Last House on the Left», «Κing of NY», «Texas Chainsaw Massacre», «Henry: Portrait of a Serial Killer» και πολλές ακόμα, οι περισσότερες από αυτές αγαπημένες ταινίες του Φωκίωνα από όσο ξέρω, που έχουν επηρρεάσει βαθύτατα την δουλειά του. Για να μην μιλήσω και για τον πατριάρχη των b-movies, Roger Corman που γύριζε τις ταινίες του σε δυο τρεις μέρες και με σκηνικά άλλων ταινιών, αλλά το στυλ του έχει επηρεάσει τους περισσότερους κινηματογραφιστές των επόμενων γενεών. Βέβαια από την άλλη, ίσως και να υπάρχει εσκεμμένα αυτός ο ερασιτεχνισμός και το παρείστικο feeling, για να διατηρείται το b-movie κλίμα της ταινίας, ποιος ξέρει ; Ή ίσως να λέω και βλακείες...

Kαι κάτι τελευταίο: σχετικά πρόσφατα ο Φωκίων γύρισε κάποια βιντεοκλίπς σε διάφορους ράππερς όπως ο Θύτης και ο Κανόν. Εκεί η δουλειά του ήταν πολύ καλή και επαγγελματικού επιπέδου. Βέβαια δεν γυρίζονται οι ταινίες και τα βιντεοκλίπς με τον ίδιο τρόπο, ούτε με τα ίδια χρήματα, παρόλα αυτά φαίνεται πως έχει εξελιχθεί ακόμα περισσότερο. Είμαι σίγουρος πως στο μέλλον θα δούμε μεγάλα πράγματα !

Βαθμολογία: 5/10

Το Αφεντικό της Νέας Υόρκης / King of New York (1990)

Σκηνοθεσία: Abel Ferrara
Πρωταγωνιστούν: Christopher Walken, David Caruso, Laurence Fishburne, Wesley Snipes

Συντάκτης: Thodoris KL

Ένας πρώην βαρώνος ναρκωτικών, ο Frank White (Christopher Walken), επιστρέφει από τη φυλακή αποφασισμένος να εξαφανίσει τον ανταγωνισμό και να προσφέρει τα κέρδη του στους αναξιοπαθούντες και στα χαμηλά οικονομικά στρώματα της Νέας Υόρκης σε αυτή τη στιλάτη και πολύ βίαιη μοντέρνα εκδοχή του Ρομπέν των Δασών.

Έξοχος συνδυασμός κλασσικού hood movie των 90's (Colours, Boyz n the Hood, Menace 2 Society, New Jack City, Do the Right Thing κτλ) - στην πολύ πρώιμη μορφή τους γιατί η συγκεκριμένη ήταν μια από τις πρώτες που καθιέρωσαν το είδος - και γκανγκστερικού θρίλερ (Godfather, Scarface, the Goodfellas, Carlito's Way, τα ονόματα τα ξέρετε). Παρόλα αυτά αν είστε φαν των παραπάνω ταινιών μην περιμένετε να δείτε κάτι παρόμοιο. Ο Abel Ferrara έχει καθαρά δικό του στυλ και, αν εξαιρέσουμε την περίοδο που είχε μπλέξει με το Hollywood, ποτέ δεν φτιάχνει μια ταινία που να θυμίζει άλλες. Ο χαμηλός σχετικά προϋπολογισμός και η arthouse σκηνοθεσία ίσως να ξενίσουν μερικούς, αλλά όποιος της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία και εστιάσει στην ονειρική ατμόσφαιρα και το βαθύτερο κοινωνικό σχόλιο δεν θα βγει χαμένος.

Ειδική αναφορά πρέπει να κάνω στο εξαιρετικό hip-hop soundtrack της ταινίας, κάτι που εκείνη την εποχή δεν ήταν και τόσο συνηθισμένο, αν εξαιρέσουμε τα πρώτα φιλμ των 80's που ασχολιόντουσαν με την κουλτούρα του hip-hop, όπως τα «Wild Style» και «B-Street». To soundtrack λοιπόν, αντί για τα συνηθισμένα rap και r&b χιτάκια που σκαρφάλωναν στα charts την δεκαετία του '90, είναι γεμάτο από underground βρωμόμπιτα και μεταξύ άλλων περιέχει και κομμάτια από τον πρώτο gangsta rapper στην ιστορία, τον Schooly D. Ο ράπερ από τότε ξεκίνησε μια συνεργασία με τον σκηνοθέτη, που θα συνεχιστεί και στην επόμενη ταινία του το «Bad Lieutenant» (1992), αλλά εκεί δυστυχώς θα αναγκαστούν να αφαιρέσουν τα κομμάτια λόγω πνευματικών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα ο Jimmy Page των Led Zeppelin μήνυσε τον Schooly D επειδή δεν είχε νόμιμη άδεια για το κομμάτι του «Signifying Rapper», το οποίο δανειζόταν ηχητικό δείγμα (sample) από το «Kashmir». Βέβαια, μετά από μερικά χρόνια, ο ίδιος ο Page δεν είχε πρόβλημα να παίζει την μελωδία του και μάλιστα με την συνοδεία συμφωνικής, στο «Come With Me» του Puff Daddy, από το soundtrack του «Godzilla». Φαίνεται ήταν τα λεφτά...αισθήματα που τον κάνανε να αλλάξει γνώμη για την χρήση των samples, αλλά ας μην επεκταθώ γιατί ξεφύγαμε από το θέμα μας.

Στα της ταινίας τώρα, σήμερα θεωρείται cult, όπως και όλες του Ferrara άλλωστε, και ο χαρακτήρας του Frank White κλασικός, κάτι αντίστοιχο με αυτόν του Tony Montana που υποδύθηκε με πάθος ο Al Pacino στο «Scarface» του Brian De Palma. O ράπερ Notorious B.I.G. βαθιά επηρεασμένος από την ιδιαίτερη προσωπικότητα του White χρησιμοποίησε το όνομά του σαν σαν δεύτερο καλλιτεχνικό ψευδώνυμο και έγραψε το ομώνυμο κομμάτι «King of N.Y.» βασισμένος στην ταινία.

Βαθμολογία: 8/10

Pat Garrett & Billy the Kid (1973)

Σκηνοθέτης: Sam Peckinpah
Πρωταγωνιστούν: James Coburn, Kris Kristofferson, Bob Dylan

Συντάκτης: Καλόγερος

Το όνομα Μπίλι δε Κιντ είναι πολύ γνωστό, αλλά στην πραγματικότητα κανείς δεν γνωρίζει την πραγματική ιστορία τού περίφημου πιστολέρο. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες γύρω από το όνομά του, αλλά δεν μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως ξέρουμε την αλήθεια. Η ταινία "Pat Garrett & Billy the Kid" ασχολείται με τον πρώην φίλο τού Μπίλι δε Κιντ, Πατ Γκάρετ, ο οποίος, αφού έγινε σερίφης και εγκατέλειψε την παρανομία, στρέφεται ενάντια στον "Κιντ", που δεν πρόκειται να ενδώσει με κανέναν τρόπο.

Ας μιλήσω πρώτα για τους ηθοποιούς: Ο έμπειρος James Coburn είναι πολύ καλός στο ρόλο τού  γερασμένου, κουρασμένου, αλλά με θέληση και κότσια Πατ Γκάρετ. Οι σκηνές του είναι απολαυστικές, αν και δεν λέει πολλά. Ο Kris Kristofferson είναι κι αυτός καλός, αλλά υπάρχει ένα μεγάλο "αλλά". Ο ρόλος τού Μπίλι δε Κιντ δεν του ταιριάζει, γιατί είναι πολύ ψηλός και πολύ μεγάλος. Έχει σωθεί μία φωτογραφία του και ξέρουμε πως ήταν γύρω στο 1.70 και πέθανε στα 21, ενώ ο Kristofferson ήταν 36 χρονών όταν γύρισε την ταινία. Οπότε, η επιλογή τού ηθοποιού αυτή δεν ήταν και η καλύτερη.

Η ταινία, τώρα, σε αρκετά σημεία προσπαθεί να γίνει λίγο ρομαντική, και υποθέτω πως καταφέρνει να αγγίξει λίγο όσους είναι ευαίσθητοι (όχι εμένα, δηλαδή) με διάφορες σκηνές συνοδευόμενες από ταιριαστή μουσική υπόκρουση, που δεν θα περίμενε κάποιος σε γουέστερν. Επίσης, περιπλέκει μια αντίθεση ανάμεσα στα δύο κεντρικά πρόσωπα: τον Πατ Γκάρετ και τον Μπίλι δε Κιντ. Ο ένας νέος, ο άλλος γέρος, ο ένας με την ερωμένη του, ο άλλος τσακωμένος με τη γυναίκα του, ο ένας χαμογελαστός, ο άλλος σκυθρωπός κ.ο.κ.

Οπωσδήποτε, δεν είναι ένα παραδοσιακό γουέστερν. Δείχνει την πλευρά της Άγριας Δύσης που δεν παρουσιάζεται στην οθόνη τόσο συχνά, αλλά χωρίς να παίρνει το μέρος κανενός. Όσον αφορά στους δύο πρωταγωνιστές, κανένας δεν είναι καλός ή κακός, κι όμως είναι εχθροί. Είναι μία ενδιαφέρουσα ιστορία και ενδιαφέρουσα είναι και η ταινία.

Βαθμολογία: 7/10

Η Ώρα του Λύκου / Hour of the Wolf (1968)

a/k/a  Vargtimmen

Σκηνοθεσία: Ingmar Bergman
Πρωταγωνιστούν: Max Von Sydow, Liv Ullman, Gertrud Fridh

Συντάκτης: Thodoris KL

Ένας διάσημος ζωγράφος μετακομίζει μαζί με την σύντροφο του σε ένα απομονωμένο νησί, αναζητώντας αυτό το κάτι που θα επαναφέρει την χαμένη του έμπνευση. Με τον καιρό η απομόνωση θα φέρει στο μυαλό του ξεχασμένους εφιάλτες από τα παιδικά του χρόνια μέχρι και σήμερα, που θα τον οδηγήσουν στα όρια της τρέλας. Η σύντροφος του θα βρει το ημερολόγιό του και διαβάζοντας τα όσα έχουν συμβεί θα αρχίσει να επηρεάζεται και εκείνη. Οι δυο τους θα μένουν ξάγρυπνοι από τα μεσάνυχτα μέχρι και την ανατολή του ηλίου.Τότε θα σημάνει η ώρα του λύκου, το σκοτεινότερο κομμάτι του χρόνου.

Ώρα του λύκου, σύμφωνα με τη σκανδιναβική παράδοση ονομάζεται η ώρα που ο λύκος παραμονεύει έξω από την πόρτα. Μεταξύ της νύχτας και της αυγής κάπου 3-4 τα χαράματα , είναι η ώρα που πεθαίνουν και γεννιούνται οι περισσότεροι άνθρωποι.
Για όσους κοιμούνται , είναι η ώρα που τα όνειρα γίνονται εφιάλτες και για όσους μένουν άγρυπνοι, είναι η στιγμή που νιώθουν ένα απόκοσμο φόβο και το μόνο που ακούν είναι ο ήχος της καρδιάς τους. Όσοι πάλι μένουν ξύπνιοι ,αλλά έχουν παρέα, είναι η ώρα των μεγάλων εξομολογήσεων.

Την χρονιά που κυκλοφόρησαν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού σημαντικά αριστουργήματα όπως το «Rosemary's Baby» του Roman Polanski και το «Νight of the Living Dead» του George Romero και ανανέωσαν το είδος του τρόμου, ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους σκηνοθέτες έβαλε με τον τρόπο του το δικό του λιθαράκι. Και τι λιθαράκι ! Ογκόλιθος ολόκληρος !

Η «Ώρα του Λύκου» είναι ένα μίγμα γοτθικού τρόμου και σουρεαλιστικού δράματος. Η ιστορία φέρνει στο μυαλό το μεταγενέστερο «The Shining» (τόσο το πρωτότυπο του Stephen King, όσο και την εκδοχή του Kubrick) και το σχετικά πρόσφατο «Shutter Island» του Martin Scorcese. Θεωρώντας πως όλες οι ταινίες του Bergman έχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, αυτή είναι πιθανότατα η πιο προσωπική. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερα τρομαχτικές σκηνές και καθόλου gore, αλλά σου προσφέρει τροφή για σκέψη. Θα την συνιστούσα κυρίως στους φανς του Bergman των δεκαετιών '50 και '60 (όπου αναμφίβολα ήταν και η καλύτερη περίοδός του) και στους φίλους του arthouse κινηματογράφου.

Είναι προφανές ότι «Η Ώρα του Λύκου» ασχολείται με την έναρξη της ψύχωσης του Johan Borg (που εκφράζεται κυρίως με οπτικές παραισθήσεις). Ο Μπέργκμαν είχε μελετήσει την ανθρώπινη ψυχή και την ψυχική ασθένεια σε βάθος. Ωστόσο, μετά από την προβολή της ταινίας βρήκα αρκετά ενδιαφέρον το γεγονός ότι ασχολείται επίσης με ένα μάλλον σπάνιο ψυχιατρικό σύνδρομο που ονομάζεται «folie a deux». Σε αυτό το σύνδρομο, ένα σύμπτωμα της ψύχωσης μπορεί να μεταδοθεί  από ένα άτομο (Johan) σε ένα άλλο (Alma). Kάτι σαν μεταδοτική ασθένεια, το δεύτερο άτομο επηρεάζεται από τις εμμονές του πρώτου και η παράνοια πλέον μοιράζεται στα δύο. Τα λόγια της Alma λίγο πρίν τους τίτλους τέλους («Στα χρόνια που περάσαν εγώ κι ο άντρας μου γίναμε ένα πρόσωπο, οπότε ίσως κάποιες από τις παραισθήσεις του να γίνανε και δικές μου») το αποδεικνύουν.

Άλλες ταινίες που ασχολούνται με το ίδιο ψυχιατρικό σύνδρομο είναι το «Persona» επίσης του Bergman, το «Bug» του William Friedkin και το «Antichrist» του Lars Von Trier.

Bαθμολογία: 10/10

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Κραυγή... (1964)

Σκηνοθεσία: Κώστα Ανδρίτσος
Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Φούντας, Μαίρη Χρονοπούλου, Γιώργος Μούτσιος, Ιλύα Λιβυκού, Παύλος Λιάρος

Συντάκτης: Thodoris KL

Ο υπαστυνόμος Γιώργος Μέρκος είναι τόσο απορροφημένος από τα καθήκοντά του, ώστε δεν βρίσκει ποτέ καιρό να γνωρίσει τους συγγενείς της Άννας, της κοπέλας που αγαπά.
 

Film noir παραγωγής 1964, ένας ενδιαφέρων συνδυασμός αστυνομικού θρίλερ και αισθηματικού δράματος, σε σενάριο Νίκου Φώσκολου και σκηνοθεσία Κώστα Ανδρίτσου.
Προσωπικά δεν θεωρώ πως είναι στο ίδιο επίπεδο με άλλα noir αριστουργήματα εκείνης της εποχής όπως ήταν το ''Έγκλημα στα παρασκήνια''ή ο ''Εφιάλτης'' , αλλά υπάρχουν κάποια στοιχεία που καθιστούν την θέαση της αρκετά ευχάριστη, ιδίως για τους φαν του είδους.
Κάποια από αυτά είναι:

1) To σχετικά πρωτότυπο για τα δεδομένα του είδους σενάριο του Νίκου Φώσκολου, που αφηγείται τη ζωή του υπαστυνόμου Μέρκου (Γιώργος Φούντας) και την σχέση του με την Άννα (Μαίρη Χρονοπούλου), και πως η υπερβολική αφοσίωση που δείχνει στο επάγγελμά του στέκεται εμπόδιο στο μέλλον τους. Παράλληλα παρακολουθούμε τον πρωταγωνιστή να ασχολείται στις βάρδιες του (ή και καθ' υπέρβαση αυτών) με διάφορες υποθέσεις φόνων και βιασμών.

2) Ο τρόπος που επινόησε ο Αλέκος Πετράτος (Γιώργος Μούτσιος) για να δολοφονήσει τη γυναίκα του (Ίλια Λιβυκού) και να θεωρηθεί υπεράνω πάσης υποψίας, ήταν πανέξυπνος.

3) Η σκηνή με την ανάκριση των υπόπτων στο γηπεδάκι του μπάσκετ είναι σκηνή ανθολογίας κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος, με ατμοσφαιρική σκηνοθεσία, πολύ καλές ερμηνείες από το δίδυμο Φούντας - Λιάρος και δηλητηριώδεις ατάκες από τον πρωτοεμφανιζόμενο τότε Παύλο Λιάρο ( έχει ακουστεί μάλιστα πως μεγάλο μέρος της συνομιλίας τους σε εκείνη την σκηνή βασιζόταν στον αυτοσχεδιασμό)

4) Το μουσικό θέμα της ταινίας σε στίχους Νίκου Φώσκολου και σύνθεση Γιώργου Κατσαρού είναι απλά εκπληκτικό, όπως εκπληκτική είναι και η ερμηνεία της Μάρως Κοντού (σε μια πραγματικά σπάνια στιγμή που ερμηνεύει το κομμάτι, αλλά δεν εμφανίζεται καθόλου στην ταινία). Το τραγούδι λέγεται Κραυγή κι αυτό, στους τίτλους όμως αναφέρεται ως ''Η Μπαλάντα της Νύχτας''.

5) Το κατάμαυρο και συνάμα συγκινητικό φινάλε του.

Εν κατακλείδι, πιστεύω πως αν είχανε στην διάθεσή τους έναν μεγαλύτερο προϋπολογισμό, αν αποφεύγονταν κάποιες σεναριακές ευκολίες και αν υπήρχε κάποια συνοχή ανάμεσα στις επιμέρους ιστορίες μυστηρίου της ταινίας, θα μιλάγαμε για μία από τις μεγάλες στιγμές του ελληνικού film noir. Aκόμα κι έτσι όμως, δεν παύει να αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πρόταση για όσους αγαπάνε τα αστυνομικά μυστήρια και τον παλιό καλό ασπρόμαυρο ελληνικό κινηματογράφο. 


Βαθμολογία: 6/10

Το βίντεο του Μπένι / Benny's Video (1992)

Σκηνοθεσία: Michael Haneke
Πρωταγωνιστούν: Άρνο Φρις, Άνγκελα Βίνκλερ, Ούρλιχ Μίε, Ίνγκριντ Στάσνερ 




Συντάκτης: Thodoris KL 

 Ο δεκατετράχρονος Μπένι (Arno Frisch) είναι ένα χαϊδεμένο παιδί εύπορης αστικής οικογένειας. Οι γονείς του, του έχουν χαρίσει τον πιο μοντέρνο εξοπλισμό βίντεο, ήχου και τηλεοράσεως. Ο Μπένι, κάνει συνεχείς λήψεις με την κάμερα, τις μοντάρει και τις βλέπει στην τηλεόρασή του. Αφοσιώνεται με πάθος σε αυτή την ενασχόληση. Η πιο αγαπημένη του κασέτα, είναι μία που γύρισε στην εξοχή και παρουσιάζει, αναλυτικά και με ακρίβεια, πως ο χωρικός σφάζει ένα γουρούνι. Οι γονείς του γνωρίζουν το γεγονός, αλλά δείχνουν να αδιαφορούν όντας απασχολημένοι με τα δικά τους προβλήματα.
 Κάποια μέρα που απουσιάζουν οι γονείς του, προσκαλεί μια συνομήλική του κοπέλα, της δείχνει το βίντεο και το μαχαίρι του χωρικού. Ύστερα την σκοτώνει χωρίς συγκεκριμένο λόγο, ενώ η κάμερα του καταγράφει το γεγονός...

Mία από τις πρώτες ταινίες του Αυστριακού Μichael Haneke και το δεύτερο μέρος μιας άτυπης τριλογίας, μαζί με την ''7η ήπειρο'' και τις ''71 συμπτώσεις'' είναι στην ουσία ένα δραματικό θρίλερ που όμως θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε και σαν horror-of-personality.
 

Πέντε χρόνια πριν από το ''Funny Games'' ο Haneke καταπιάνεται με ένα από τα αγαπημένα του θέματα, αυτό της βίας και της ανικανότητας του ανθρώπου να την ελέγξει.Πλάθει έναν κόσμο σκοτεινό, τρομακτικό και απόλυτα ρεαλιστικό και μας δίνει μια ταινία που αποδείχθηκε προφητική και πραγματικά σοκάρει, όχι τόσο με τις εικόνες της (υπάρχουν ελάχιστες gore σκηνές) όσο με το άρρωστο του θέματος, την παγερή σκηνοθετική ματιά και τους ανατριχιαστικούς διαλόγους.

 Ο Χάνεκε εμπνεύστηκε την ταινία του, ένα δοκίμιο πάνω στη βία, από την πραγματική ιστορία ενός ανήλικου αγοριού, το οποίο μετά το φόνο που είχε διαπράξει και ερωτηθείς από τον ανακριτή γιατί το έκανε, εκείνο έδωσε την αποστομωτική απάντηση: «Δεν ξέρω... μάλλον, ήθελα να δω πώς είναι»! 
Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το πραγματικό συμβάν (δεν είναι το μόνο τέτοιου είδους) έλαβε χώρα στην ιδιαίτερη πατρίδα του σκηνοθέτη, την Αυστρία, ένα έθνος με ιδιαιτέρως βεβαρυμένο ψυχοπαθολογικό παρελθόν και διαταραγμένη ιδιοσυγκρασιακή ταυτότητα, όπως επίσης δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ένας πολύ υψηλών προδιαγραφών Αυστριακός σκηνοθέτης επιχείρησε να αναλύσει και να εκθέσει κινηματογραφικά ένα τεράστιο θέμα: την πυροδότηση της βίας, όχι στις καταπιεζόμενες υποανάπτυκτες κοινωνίες του δυτικού κόσμου όπου το φαινόμενο της βίας είναι ευνόητο, αλλά σε αυτές του δυτικού κόσμου, τις κοινωνίες αφθονίας.

Ένα σκοτεινό και παγερό αριστούργημα !



Βαθμολογία: 10/10


Ο Καλός Γιος / The Good Son (1993)

Σκηνοθεσία: Joseph Ruben
Πρωταγωνιστούν: Macaulay Culkin, Elijah Wood, Wendy Crewson

Συντάκτης: Thodoris KL

Η περίοδος που ακολουθεί τον θάνατο της μητέρας του 10χρονου Μαρκ, συμπίπτει με ένα επείγον επαγγελματικό ταξίδι του πατέρα του. Σαν αποτέλεσμα, το αγόρι πηγαίνει να μείνει για μερικές εβδομάδες στο σπίτι των θείων του, στο Μέιν. Όμως κι αυτό το σπιτικό έχει στιγματιστεί από μια τραγωδία: πριν λίγο καιρό πνίγηκε στο μπάνιο το νεογέννητο της Σούζαν και του Ουάλας Έβανς. Ο Μαρκ πολύ σύντομα διαπιστώνει πως ο συνομήλικος εξάδελφός του, Χένρι, με τον οποίο περνάει πολύ διασκεδαστικά τις δυο πρώτες μέρες της διαμονής του εκεί, κρύβει μέσα του πολύ βίαια, ίσως και δολοφονικά ένστικτα...

Δύο πολύ ταλαντούχοι μικροί ηθοποιοί στηρίζουν με τις ερμηνείες τους αυτό το συναρπαστικό θρίλερ τρόμου σκηνοθετημένο από τον Joseph Ruben (γνωστός b-movας με πολλά cult classics στην καριέρα του όπως το the Stepfather, εδώ κάνει μια απόπειρα να περάσει σε πιο mainstream παραγωγές) και σε σενάριο του Άγγλου συγγραφέα Ian McEwan. Πρόκειται για τον χαριτωμένο μικρούλη του ''Μόνος στο σπίτι'', Μacaulay Culkin, σε μία από τις τελευταίες του εμφανίσεις να υποδύεται έναν χαρακτήρα εκ διαμέτρου αντίθετο από αυτούς που τον είχαμε μέχρι τότε συνηθίσει, και τον Elijah Wood, γνώριμο πλέον πρωταγωνιστή του ''Άρχοντα των Δαχτυλιδιών''.
  Από τα πλέον κλασικά έργα με δολοφονικά παιδιά της δεκαετίας του '90, φανερά επηρεασμένο από το ''Βad Seed'' του 1956, καταφέρνει να σε κρατήσει σε αγωνία μέχρι το εκρηκτικό φινάλε, το οποίο γυρίστηκε σε έναν θεαματικό βράχο, κάτω από τον οποίο παραμόνευε ένας τεράστιος γκρεμός.   Γυρισμένο χωρίς την χρήση ειδικών εφέ, ολόκληρη η σκηνή παίχτηκε όχι μόνο από stuntmen, αλλά και από τους μικρούς πρωταγωνιστές.Ο σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται στο έπακρο την φυσική ομορφιά της πολιτείας του Μέιν και μας προσφέρει ατμοσφαιρικά πλάνα με μαγευτικά τοπία.

Την ταινία ακολουθεί μια κακιά φήμη, γιατί την χρονιά που κυκλοφόρησε οι συντηρητικοί κριτικοί δεν χαρίστηκαν στην οικογένεια Κάλκιν, λέγοντας πως κανένας σοβαρός γονιός δεν θα άφηνε το παιδί του να παίξει σε μια τέτοια παραγωγή και ταυτόχρονα την θεώρησαν επικίνδυνη για τα παιδιά που θα έβλεπαν τον αγαπημένο τους ήρωα σε αυτόν τον ρόλο και ενδεχομένως να προσπαθούσαν να τον μιμηθούν. Προσωπικά πάντως, αν μιλάμε για παιδιά προσχολικής ηλικίας, θεωρώ εξίσου ,αν όχι περισσότερο, επικίνδυνο το ''Ηοme Alone'' και αν ρίξετε μια ματιά στην επιρροή που είχε στα αμερικανάκια θα καταλάβετε τι εννοώ.

Η ταινία απέφερε κέρδη άνω των $60.000.000 στο παγκόσμιο box office και οι νεαροί πρωταγωνιστές βραβεύθηκαν για τις ερμηνείες τους.

Bαθμολογία: 7/10


The Legend Of Boggy Creek: A True Story (1972)

Σκηνοθεσία: Charles B. Pierce
Πρωταγωνιστούν: Willie E. Smith, John P. Hixon, Vern Stierman

 Συντάκτης: Thodoris KL

''I was seven years old when I first heard him scream... It scared me then and it scares me now...!''

Mε αυτά τα λόγια ξεκινάει η αφήγηση της ταινίας και μας βάζει κατευθείαν στο κλίμα για το τι θα ακολουθήσει. Μια ταινία για την οποία αρχικά βρισκόμουν σε δίλημμα για το αν θα ταίριαζε περισσότερο στον τρόμο ή στα ντοκιμαντέρ.Τελικά κατέληξα στο πρώτο, αφενός γιατί πρόκειται για ψευδό-ντοκιμαντέρ με στοιχεία ταινίας τρόμου και αφετέρου γιατί πιθανών, λόγω θεματολογίας, οι horror fans να το εκτιμήσουν περισσότερο. Ένα horror docudrama λοιπόν, που μας πάει πίσω στη δεκαετία του '50, όταν κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα μια ιστορία για ένα τέρας μακρυνό συγγενή του γνωστού Πλατυπόδη, που ζούσε στους βάλτους του Νότιου Αρκάνσας και τρομοκρατούσε τους ανυποψίαστους κατοίκους στην ευρύτερη περιοχή.

Αν αναρωτηθήκατε ποτέ για το που έχει τις ρίζες της αυτή η μόδα με τις ταινίες τρόμου, γυρισμένες στο πόδι και με ερασιτεχνικές κάμερες, έτσι ώστε να θυμίζουν ντοκιμαντέρ, που βγαίνουνε με τον σωρό τα τελευταία χρόνια, η απάντηση βρίσκεται στον Boggy Creek. Προάγγελος του ''Cannibal Holocaust'' και του ''The Blair Witch Project'' (οι συντελεστές του δεύτερου έχουν παραδεχθεί την επιρροή τους και κατατάσσουν την ταινία μέσα στις 10 πιο τρομαχτικές όλων των εποχών) χρησιμοποιεί το στυλ του ντοκιμαντέρ, με συνεντεύξεις από άτομα που ήρθαν αντιμέτωποι με το τέρας, απίστευτα πλάνα φυσικής ομορφιάς από τα δάση της πολιτείας και αφήγηση από κάποιον που όπως μαθαίνουμε από τα πρώτα λεπτά, ήρθε σε επαφή με τον μύθο από πολύ μικρή ηλικία. Παράλληλα έχουμε και πολλές σκηνοθετημένες ιστορίες τρόμου, βασισμένες σε αληθινές μαρτυρίες, με το τέρας να επιτίθεται σε κατοίκους και περαστικούς με μακάβρια αποτελέσματα.

O Charles B. Pierce, σκηνοθέτης της ταινίας, πωλητής διαφημίσεων από το Τέξας μέχρι τότε, χωρίς να πιστεύει απόλυτα στον μύθο, αλλά εντυπωσιασμένος από τις ιστορίες που ακούγονταν περί αυτού, δανείστηκε $100.000 και με μια κάμερα 35mm και ερασιτέχνες ηθοποιούς, γύρισε αυτό το φιλμάκι διάρκειας 90'. Μπορεί να φαίνεται σαν ερασιτεχνική δουλειά και να γίνετε βαρετή σε ορισμένα σημεία, αλλά η τρομαχτική ατμόσφαιρα, το μυστήριο, το βρώμικο στυλ της δεκαετίας του '70 και η πρωτοτυπία του εγχειρήματος (τουλάχιστον για την εποχή της, σήμερα είναι κάτι συνηθισμένο να γυρίζονται ταινίες με αυτό τον τρόπο) προσωπικά με κέρδισαν. Υπάρχει μια μόνιμη αίσθηση απειλής και ο σκηνοθέτης ξέρει πως να προκαλεί τρόμο με το να αφήνει πολλά πράγματα στη φαντασία (δεν βλέπουμε ποτέ το τέρας στην ολότητά του). Παίχτηκε σχεδόν αποκλειστικά σε grindhouse κινηματογράφους και αποτέλεσε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία με τα έσοδα να φτάνουν μέχρι σήμερα τα 20 εκατομμύρια.

Ακολούθησαν δύο μέτριες συνέχειες, όχι στο στυλ του ντοκιμαντέρ, που δεν σημείωσαν την ίδια επιτυχία, με αποτέλεσμα όλα τα επόμενα σίκουελς να κυκλοφορήσουν για την αγορά του βίντεο. Το τελευταίο μέχρι στιγμής είναι το ''The Legacy of Boggy Creek'' του 2011, ενώ ετοιμάζεται άλλο ένα που θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2013. Ο Charles B. Pierce στην διάρκεια της καριέρας του σκηνοθέτησε συνολικά 13 ταινίες μέχρι τον θάνατο του, από φυσικά αίτια, τον Μάρτιο του 2010. Ανάμεσα σε αυτές υπάρχουν και πολλές ταινίες τρόμου, με την καλύτερη να είναι το cult hit του 1976 ''The Town That Dreaded Sundown'' . Σήμερα θεωρείται ένας από τους πρώτους ανεξάρτητους κινηματογραφιστές.


Bαθμολογία: 7/10